Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΑΡΑΦΩΝΙΑ


 

Ξημέρωσε όμορφη μέρα, λαμπερή και ηλιόλουστη, κυριακάτικη, χαρά θεού. Έφτιαξα καφέ, άναψα τσιγάρο (το πρώτο και πιο απολαυστικό) και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο πεζόδρομος ξεχείλιζε από χρώματα και αρώματα, φάτσες γελαστές και πολύχρωμες, χάρμα αυτιών και οφθαλμών. Τον τόνο έδιναν οι πέντε μουσικοί του δρόμου (η εξαίσια κομπανία τους έπαιζε όρθια) και οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών. Τα μωρά μέσα στα καροτσάκια βαστούσαν τις κουδουνίστρες και τα κουκλάκια τους, τα μεγαλύτερα παίζανε μπάλα, κρυφτό και κυνηγητό, οι έφηβοι περήφανοι και μελαγχολικοί βολτάρανε εδώ κι εκεί καβάλα στα ποδήλατα, κάποια ζευγαράκια φιλιόντουσαν αθώα και ντροπαλά κρυμμένα στις σκοτεινές γωνιές. Οι γονείς τους ξεκουράζονταν στα παγκάκια με έναν καφέ στο χέρι ή ένα παγωτό, δίπλα οι γέροντες χαμογελούσαν αμίλητοι καρφώνοντας το μακρινό και απόκοσμο άπειρο. Τα σκυλάκια τρέχανε πέρα δώθε να πιάσουν τα παιχνίδια τους, οι γάτες γουργούριζαν, γλείφονταν και λιάζονταν τεμπέλικα ξαπλωμένες στο πλακόστρωτο, παρακάτω δυο αδέσποτα κολλημένα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο πηδιόντουσαν με λεπτότητα και χάρη. Μέχρι και οι άστεγοι και οι ζητιάνοι και όλοι οι απόκληροι της ζωής σήμερα έδειχναν αισιόδοξοι μαζεύοντας ευεργετικό ήλιο, ευφραίνοντας τη ραγισμένη τους καρδιά, ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Έβλεπα μπροστά μου σε απ’ ευθείας μετάδοση ολόκληρο το πανηγύρι της ζωής, ολόκληρη την ομορφιά της πλάσης, τον κόσμο όλο μια μεγάλη σκηνή, και μου ‘ρχόταν μια σφοδρή επιθυμία να τους αγκαλιάσω και να τους φιλήσω στα χείλη, να γίνω μαζί τους ένα, να κάνω έρωτα με όλους στα φανερά, σε δημόσια θέα, ολόγυμνοι στη μέση της πλατείας, χωρίς ντροπές και χυδαιότητες. Ναι, αγαπώ τον γυμνό άνθρωπο, λατρεύω τη γυμνή ζωή, και πιο πολύ τους αθώους, αυτούς μου έμειναν για πάντα παιδιά, με τις λιγότερες αυταπάτες, τις πιο χρήσιμες, με τα ζωτικά τους ψεύδη μόνο, τα πιο ανώδυνα.

Ζω και υπάρχω σ’ αυτήν εδώ την πλατεία από τη μέρα που γεννήθηκα και δεν πρόκειται να την εγκαταλείψω ποτέ, μέχρι να με πάρουν τέσσερις. Όμως, από τότε που πεζοδρομήθηκε, την αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Κάποτε, πολύ παλιά,  εδώ οι ναύαρχοι των τριών προστάτιδων δυνάμεων απελευθέρωσαν τη χώρα και αμέσως μετά την ξανασκλάβωσαν, γίνανε οι καινούργιοι της δυνάστες, καλύτεροι ή χειρότεροι δεν ξέρω. Μόνο οι πειρατές και οι κουρσάροι έμειναν αμέτοχοι, αδιάφοροι για την ηλίθια κοκορομαχία. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί δεν ήταν με κανέναν και δεν τους έπεφτε λόγος. Δεν κάνω συγκρίσεις, ήμουν αγέννητος ακόμη και όσα μας λένε οι ιστορικοί και μας μαθαίνουν στο σχολείο τα ακούω βερεσέ. Δεν πολυπιστεύω τα γεγονότα που επιλέγουν, τις ερμηνείες που δίνουν, τους μύθους που κατασκευάζουν και πλασάρουν για ακλόνητες αλήθειες. Θυμίζουν τους παπάδες και τους θεολόγους, δεν τους έχω καμιά εμπιστοσύνη. Ούτε ανάγκη τους έχω, φτιάχνω δικές μου ιστορίες, καλύτερες και πιο προσωπικές, πιο αυθεντικές, πιο χρήσιμες. Δεν γνωρίζω τις προθέσεις τους, ούτε τα κίνητρά τους, κι είμαι πολύ καχύποπτος, το μυαλό μου πηγαίνει πάντα στο κακό, ότι θέλουν να μου την φέρουν πισώπλατα. Έχουν ιδεολογικές παρωπίδες, πιστεύουν σε ανεπαρκή θεωρητικά σχήματα,  γίνονται τσιράκια των αφεντικών, των προυχόντων και των εξουσιαστών, των μαλάκηδων που βρίσκονται από πάνω μας και προσπαθούν να καθορίσουν τις ζωές μας, πάντα για το καλό μας βέβαια. Οι θεωρίες τους είναι ασπρόμαυρες και γκρίζες, η ζωή πολύχρωμη, πολυδιάστατη, άναρχη, δεν μπαίνει σε καλούπια, όπως κι όλοι μας. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν τους, λοιπόν, μόνο το μυαλό μου και τα μάτια μου, κι αυτά όχι πάντα. Μα σήμερα δεν πρέπει να γκρινιάζω ούτε να ηθικολογώ. Ο ήλιος λάμπει και τσουρουφλίζει τις καρδιές μας κι όλα αυτά μοιάζουν ασήμαντα. Στο διάολο η ιστορία, ζήτω η ζωή! 

Η διάθεσή μου ήταν απρόσμενα καλή και συμβαίνει σπάνια. Σίγουρα βοηθούσε και ο καιρός, η αναζωογονητική ανοιξιάτικη λιακάδα που ακόμα και νεκρούς σήκωνε απ’ τον τάφο τους, όμως και η προηγούμενη νύχτα. Μετά από πολύ καιρό κοιμήθηκα καλά, σαν πουλάκι, είδα κι ένα όμορφο όνειρο. Ήταν καλοκαίρι, λέει,  και ήμασταν δίπλα στην παραλία, οι γονείς, τα αδέρφια μου (παρ’ όλο που δεν είχα), θειάδες, ξαδέρφια, φίλοι, κόσμος πολύς. Εγώ πλατσούριζα στα βαθιά στα άπατα (παρ’ όλο που δεν μου άρεσε το μπάνιο στη θάλασσα) και η μαμά φώναζε να μην απομακρύνομαι πολύ γιατί θα με φάει ο καρχαρίας και γελούσε δυνατά. Ο μπαμπάς με τον θείο και τους φίλους τους πίνανε τα ουζάκια τους σ’ ένα μαγαζί παραδίπλα πλάι στο κύμα. Κάποια στιγμή βγήκα έξω και η μαμά με αγκάλιασε. Κατόπιν με πλησίασε η όμορφη ξαδέλφη μου και χαμογελώντας μου έδωσε ένα φιλί. Πήγα και κάθισα δίπλα στον μπαμπά, μαζί με τους μεγάλους. Μου χαμογέλασε, μου έκλισε με νόημα το μάτι και μου χάιδεψε το κεφάλι. Άνοιξα τα μάτια μου ευτυχισμένος. Δεν είχα  ξαναδεί στον ύπνο μου τους πεθαμένους. Έτσι κι αλλιώς, σπάνια θυμάμαι τα όνειρά μου.

Και τότε τον είδα. Ήταν η μοναδική παραφωνία της ευχάριστης μέρας, όλης αυτής της παραδείσιας κατάστασης. Περνούσε βιαστικός ανάμεσα στα πιτσιρίκια που κυνηγούσαν το κόκκινο τόπι. Παρ’ όλο που τα γένια μου και τα μαλλιά έχουν μακρύνει πολύ (σαν προφήτης έχω γίνει) πρέπει να με αναγνώρισε. Έτσι κι αλλιώς ήξερε πού μένω, μα ίσως να μην περίμενε εκείνη την ώρα να βρίσκομαι στο μπαλκόνι ή να πέρασε από κει εντελώς αφηρημένα κι ασυναίσθητα. Έκανε πως δεν με είδε, έβαλε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια και τάχυνε το βήμα του. Το βλέμμα καρφωμένο στο πλακόστρωτο, καμπουριαστός, φαινόταν καθαρά πως είχε λερωμένη τη φωλιά του. Για μια στιγμή μόνο, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και μου ‘ριξε μια λοξή ματιά, φοβισμένη μα επικίνδυνη, γεμάτη απόγνωση, σαν να ‘ταν κολλημένος με την πλάτη στον τοίχο, έτοιμος να ορμήξει. Ίσως πάλι να νόμισε πως, τρία χρόνια τώρα, έχω ξεχάσει τα δανεικά που έπρεπε να μου επιστρέψει («και με το παραπάνω» εκλιπαρούσε τότε) μα στους φίλους δεν μπαίνει τόκος, καμιά φορά μάλιστα τα ξεχνάς, γίνονται δανεικά κι αγύριστα. Δεν μπορούσα βέβαια να τα ξεχάσω, απ’ την άλλη όμως ντρεπόμουν και να του τα ζητήσω, δεν τα είχα και άμεση ανάγκη. Ήξερα τη δύσκολη θέση που βρισκόταν κι ένας λόγος που δεν κυκλοφορούσε πολύ ήταν γιατί είχε φεσώσει τους πάντες. Ανέκαθεν, είχε φιλότιμο και τσίπα ο έρμος, τύχη δεν είχε. Και παλιότερα, όποτε είχε λεφτά στη τσέπη θα σε κερνούσε, δεν τα λογάριαζε. Μέχρι που έμπλεξε χοντρά με τον τζόγο και τον πήρε ο κατήφορος και χάθηκε από την πιάτσα. Μια ζωή στο μαύρο-κόκκινο, μια ζωή με δοκιμές και λάθη, μα δεν έβαζε μυαλό, έμενε αδιόρθωτος. Τουλάχιστον κανείς δεν θα τον κατηγορούσε για έλλειψη πρωτοτυπίας, κάθε φορά έπεφτε σε καινούργιες λούμπες ανεξερεύνητες. Και στυλ είχε κάποτε, και καλό γούστο, ειδικά το ντύσιμό του ήταν φινετσάτο, το μαλλί του περιποιημένο, σκέτο φιγουρίνι, ζεν πρεμιέ του παλιού καλού καιρού, πάντα στην τελευταία λέξη της μόδας. Δεν ήταν παντρεμένος, μα είχε πολλές κατακτήσεις, κι από δουλειές άλλο τίποτα, έβγαζε μπόλικα φράγκα κάποτε, και τα σκόρπαγε και γλεντούσε τη ζωή, πάντα με τα φιλαράκια του, ποτέ μοναχοφάης. Μα τα τελευταία χρόνια έμπλεξε άγρια, τίποτα πλέον δεν τον νοιάζει, μόνο να βρει χρήματα για να παίξει. Όλη τη νύχτα τζογάρει, μία κερδίζει και μία χάνει, και μόλις φέξει επιστρέφει σπίτι ψόφιος στην κούραση και με το μυαλό κουδούνι. Τον τρώει το σαράκι, συνέχεια στην αγωνία, στο ακανόνιστο καρδιοχτύπι, στον ίλιγγο της χασούρας, τη στέρηση και τη μοναξιά. Πλέον ξέρει από πρώτο χέρι το χαμένο παιχνίδι της ζωής και πόσο λίγο κρατάει το πανηγύρι των τρελών, το ξεφάντωμα και η έξαψη του πάθους, πόσο γρήγορα φτάνει η μεγάλη νύχτα και μένουμε με άδεια χέρια. Κι όμως κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αν και οι χαρακτήρες μας δεν ταιριάζανε, εγώ τουλάχιστον δεν έπαιζα τυχερά παιχνίδια. Λάθη εποχής.

Του φώναξα από ψηλά, αναταράχτηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο κράσπεδο και άνοιξε ακόμη πιο πολύ το βήμα του. «Στα χαρίζω!!!» ήθελα να του πω, ξέχασε τον εαυτό σου και το παρελθόν, άλλαξε ζωή, απόλαυσε την όμορφη μέρα που φεύγει και δεν θα ξανάρθει, μα δεν πρόλαβα. Έστριψε στην επόμενη γωνία και χάθηκε. Πήγε να χωθεί στο λαγούμι του, μακριά απ’ τους ανθρώπους, και να ονειρευτεί καινούργια παιχνίδια σε ρουλέτες και πράσινες τσόχες, καινούργιες επιτυχίες κι ευτυχίες, καινούργια καρδιοχτύπια, όλο και πιο δυνατά. Σιγά σιγά ερχόταν το σούρουπο και η πλατεία άρχιζε να αδειάζει. Το στομάχι μου ήταν άδειο απ’ το πρωί και γουργούριζε, έπρεπε κάτι να φάω.  Αύριο θα ξεκίναγε πάλι μια καινούργια βδομάδα.

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ


 

Η μεγάλη βδομάδα κύλισε αργά και μελαγχολικά, όπως πρέπει, σύμφωνα με τις γραφές. Φυσικά, δεν πήγα εκκλησία, αλλά κάποιες φορές, τυχαία και ασυναίσθητα, ο διάολος μ’ έφερνε έξω απ’ τον οίκο του θεού. Ήμουν ένας απλός περαστικός. Οι καμπάνες ακούγονταν πένθιμες, οι ψαλμωδίες θλιμμένες και φάλτσες. Μέσα ο λιγοστός κόσμος, κάποιες γριούλες κυρίως, με γονυκλισίες και μακριούς σταυρούς προσπαθούσε να ξεπλύνει, έστω και την τελευταία στιγμή, τα αμαρτήματα μιας ολόκληρης ζωής. Οι τύψεις βέβαια, και ο φόβος για το μαύρο σκοτάδι του κοντινού μέλλοντος, ίσως και λίγη πραγματική συμπόνια για την ανθρώπινη μοίρα, ποιος ξέρει. Δεν συμμετείχα σ’ όλο αυτό το θεατρικό, χιλιοπαιγμένο  και με κακούς ηθοποιούς, μου ήταν αδιάφορο. Δεν πίστευα, ούτε έλπιζα. Το παραμυθάκι ήταν ωραίο, συγκινητικό και με ευχάριστο τέλος, μα φτιαγμένο για μικρά παιδιά. Και όλη αυτή η στεναχώρια για το τίποτα, αφού σίγουρα θα ακολουθήσει η ανάσταση και ο ταλαίπωρος άνθρωπος θα αναληφθεί μεγαλοπρεπώς στα δεξιά του μεγάλου πατέρα. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.  Κάπου κάπου περνούσε απ’ το μυαλό μου μια διαβολική σκέψη, ότι όλοι αυτοί οι πιστοί και καλοί χριστιανοί μπορεί και να μην πίστευαν στο μέγα θαύμα. Πάντα τέτοιες μέρες με κυρίευε ο σατανάς, η αμφιβολία. «Μπαίνει μέσα του ο διάολος!» μουρμούριζε με σφιγμένα δόντια η αυστηρή μητέρα. Οι γιορτές είναι για τα μικρά παιδιά, της απαντούσε σαρκάζοντας ο δαιμονισμένος. Τα γέλια μου πάντα την διαόλιζαν κι έσπαγα ακόμα μεγαλύτερη πλάκα μαζί της. Ο μπαμπάς έμενε μακρινός και αδιάφορος απ’ τις θεολογικές μας διαμάχες, δεν μιλούσε, μόνο ένα ελαφρό και ανερμήνευτο μειδίαμα καπνίζοντας το τσιγάρο του.

Όταν όμως το βράδυ της μεγάλης λύπης, στην κορύφωση των παθών του κυρίου, είδα ξαφνικά μπροστά μου τον επιτάφιο και όλη την ενορία να τον ακολουθεί και να ‘ρχονται κατά πάνω μου, όλο το αιμοβόρο και απειλητικό μέγα πλήθος, τότε τα χρειάστηκα, έπαθα σοκ κι έμεινα άγαλμα στη μέση του δρόμου να τους κοιτάζω. Στην κορυφή της θλιμμένης πομπής οι παπάδες και οι αρχιερείς με τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα, πίσω τους το άβουλο ποίμνιο, έτοιμο να εκτελέσει οποιαδήποτε προσταγή τους στο όνομα εκείνου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να ενωθώ μαζί τους αποκλειόταν εξαρχής για λόγους αξιοπρέπειας, να πέσω χάμω στην άσφαλτο, να περάσουν όλοι από πάνω μου και να με τσαλαπατήσουν θα ήταν πολύ οδυνηρό, έως και θανατηφόρο. Και ανήθικο, αμαρτία και απρέπεια. Θα τους ανάγκαζα και σίγουρα μετά θα με κυνηγούσαν οι ερινύες. «Νεκρόφιλοι όλου του κόσμου ενωθείτε!» φώναξα σε τόνο ηρωικό και πένθιμο με υψωμένη τη γροθιά, τους έστειλα τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς (για μια στιγμή μου φάνηκαν όλοι τους σαν  παραστρατημένοι σύντροφοί μου) κι άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έστριψα στο πρώτο σκοτεινό σοκάκι κι από κει ντουγρού για το σπίτι. Ευτυχώς δεν μ’ ακολούθησε κανείς, και προσευχόμουν στον ύψιστο να μην με είχαν καν αναγνωρίσει.

Στο δρόμο της επιστροφής συνάντησα τρεις ζητιάνους στα πόστα τους σε ώρα εργασίας. Μου ευχήθηκαν χρόνια πολλά και μου ζήτησαν μια μικρή βοήθεια, ότι είχα ευχαρίστηση, είπαν. Τους προσπέρασα αδιάφορα, ούτε καν κοίταξα προς το μέρος τους κι ένας απ’ αυτούς μου ‘ριξε μια βρισιά στα μούτρα. Χαμογέλασα. Και μόνο που μου έφτιαξε, έστω και στιγμιαία, τη διάθεση έπρεπε να του δώσω κάτι. Αυτό όμως θα ήταν άδικο για τους άλλους κι εγώ θέλω πάντα να είμαι ακριβοδίκαιος με τους συνανθρώπους μου, να μην κάνω εξαιρέσεις για λόγους συμπάθειας και μόνο, ή έστω από προσωπικό συμφέρον. Δεν τους έδωσα, όχι μόνο γιατί η διάθεσή μου ήταν κάπως, αλλά γιατί γενικά δεν δίνω ελεημοσύνη ούτε σε επαγγελματίες του δρόμου ούτε σε φιλανθρωπικές οργανώσεις, ακόμα και τούτες τις άγιες μέρες της αγάπης και της συμπόνιας. Όλοι τους με κοροϊδεύουν. Εκμεταλλεύονται την ευαισθησία μου και την καλή μου την καρδιά. Και μου δημιουργούν τύψεις. Ότι είμαι εγωιστής και άσπλαχνος, και κοιτάζω μόνο την πάρτη μου. Θέλουν όλοι το κακό μου. Ζητάνε συνέχεια τεκμήρια και αποδείξεις καλοσύνης, δηλαδή χρήματα και κάνα ψεύτικο δάκρυ να κυλίσει στο μάγουλο. Έτσι έχουνε μάθει. Δεν τους τα δίνω, και δεν νιώθω τύψεις γι’ αυτό. Κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπος, μα το ξέρω μόνο εγώ. Μου αρκεί. Έτσι κι αλλιώς, δεν πέφτει λόγος σε κανέναν ποιος είμαι και τι κάνω. Να κοιτάνε τη δουλειά τους και τη δική τους καμπούρα. 

Έφτασα ασθμαίνοντας σπίτι, κλειδαμπαρώθηκα και ταμπουρώθηκα μέσα. Η βραδιά ήταν γλυκιά, ανοιξιάτικη. Βγήκα στο μπαλκόνι με σβησμένα φώτα και άναψα τσιγάρο. Οι πιστοί χριστιανοί επέστρεφαν κι αυτοί στα σπιτάκια τους και σε λίγο θα πήγαιναν στις ταβέρνες και τα μεζεδοπωλεία της πλατείας να γιορτάσουν πρόωρα την ανάσταση και την αποθέωση του καλού ανθρώπου. Με νηστίσιμα, όπως επιβάλει το έθιμο. Θα χλαπάκιαζαν μέχρι σκασμού, μα δεν θα ‘σκαγαν. Ευτυχώς, τα θαλασσινά είναι ελαφριά και υγιεινά εδέσματα, δίχως στομαχικές και καρδιολογικές παρενέργειες. Το μεγάλο μπαμ θα γινόταν μεθαύριο στο πασχαλινό τραπέζι με τα αρνιά και τα κοκορέτσια, τις γαρδούμπες και τα σπληνάντερα. Κυριακάτικα και μεσημεριάτικα θα ξεχείλιζε το λίπος  και το μίσος των συγγενών και θα τους έπνιγε μέσα στα χριστός ανέστη, τις λοιπές ευχές για υγεία και μακροζωία, κακαρίσματα, χυδαία χάχανα και λοξές ματιές γεμάτες νόημα. Μα εμένα, όλα αυτά τα κωμικά και ευτράπελα, δεν μ’ ένοιαζαν. Παρ’ όλο που φέτος η ανάσταση έπεφτε πρωτομαγιά, σύμπτωση άκρως σημαδιακή για ορισμένους, μου ήταν παντελώς αδιάφορη. Τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι, που λέει και το τραγούδι. Είμαι πολύ κουρασμένος και ο κόσμος γίνεται όλο και πιο κουραστικός. Πλέον, εγώ και ο κόσμος δεν ταιριάζουμε, ούτε μπορούμε να προσφέρουμε κάτι ο ένας στον άλλον.  Επομένως, πρέπει να μένουμε σε απόσταση, ειδικά τις γιορτινές μέρες, για το καλό όλων. Σίγουρα, φαίνομαι κάπως απαισιόδοξος, αδιάφορος για όλα, μα δεν φταίω εγώ. Απλά, το ποτήρι δεν φτάνει μέχρι τη μέση, από όποια γωνία και να το κοιτάξεις, είναι εντελώς άδειο. «Γιατί αγόρι μου, γιατί;» άκουσα τη λυπημένη φωνή της μαμάς και είδα το σκοτεινό βλέμμα του πατέρα με μια καύτρα στη μέση να κοιτάζει πέρα μακριά. Έσβησα τη γόπα και μπήκα μέσα. Είχα δυο μερόνυχτα να κλείσω μάτι κι ένιωθα πτώμα απ’ την κούραση. Δεν πρόλαβα να βγάλω τα ρούχα. Κοιμήθηκα δεκαπέντε ώρες σερί, δίχως όνειρα, και δεν άλλαξα ούτε πλευρό. Ύπνος σαν θάνατος.   

Οι γιορτές πέρασαν και φύγαν χωρίς άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις, κατανυκτικά, χωρίς εξάρσεις. Την άλλη μέρα ξύπνησα αργά. Και φέτος έγινε το θαύμα, το άγιο φως άναψε με αναπτήρα (οι πιστοί δεν το δέχονται) και έφτασε αεροπορικώς, με τιμές αρχηγού κράτους. Στην τηλεόραση το άκουσα, από την τελετή αφής με τον αρχιερέα να βγαίνει απ’ τον πανάγιο τάφο βαστώντας τριάντα τρία αναμμένα κεριά μέχρι το αεροδρόμιο, η απόλυτη ξεφτίλα του κράτους, της εξουσίας, του ποιμνίου και του λαουτζίκου. Κάποιος χτυπούσε το κουδούνι και την πόρτα. Επέμενε, μα δεν του άνοιξα. Ούτε καν είχα την περιέργεια να δω ποιος είναι. Μα μου φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσα να σκεφτώ το λόγο, ίσως και να το φαντάστηκα. Πεινούσα. Είχα προμηθευτεί έγκαιρα φαγώσιμα απ’ το μαγέρικο της γειτονιάς, άνοιξα και κάτι παλιοκονσέρβες (δεν είχαν λήξει ακόμη) και έφαγα. Έχω γερό στομάχι που δεν καταλαβαίνει ούτε από σκουλήκια ούτε από ξηρές τροφές, κι ας μην έχω κάνει φαντάρος, κι ας μην έχω πάει σε πόλεμο. Λες και όλη η ζωή δεν είναι πόλεμος, κάθε μέρα και μια καινούργια μάχη. Μόνο μου έσπασε ένα δόντι, όπως μασούλαγα ένα σκληρό κριτσίνι, η μοναδική απώλεια. Ευτυχώς, ήταν απονευρωμένο και δεν πονούσε. Όμως, καλά να πάθω, θεία δίκη. Γαμώ την πουτάνα μου μέσα.

Έμεινα σπίτι μέχρι να περάσει η μπόρα, απ’ το κρεβάτι στο μπαλκόνι και πάλι πίσω. Κάτω ο πεζόδρομος ήταν άδειος, τα μαγαζιά κλειστά. Πλήρης ερήμωση, όμως προσωρινά. Σύντομα η πόλη θα επέστρεφε στους κανονικούς της ρυθμούς και οι άνθρωποι στις δουλειές τους. Τότε θα ‘βγαινα και εγώ απ’ το καβούκι μου.