Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Την πρωτοείδε καθισμένη στα σκαλοπάτια, έξω από το σπίτι της, μαζί με τη φίλη της. Χτενίζανε τις κούκλες τους και τις μάλωναν αυστηρά για κάποια αταξία τους. Αυτός βοηθούσε τους γονείς στη μετακόμιση, κουβαλούσε τα μικροπράγματα. Ο πατέρας του στρατιωτικός, είχε πάρει πάλι μετάθεση. Πέρασε από μπροστά τους και τις χαιρέτησε, μα αυτές δεν καταδέχτηκαν να του μιλήσουν. «Είναι ψηλομύτες!», σκέφτηκε.
Του άρεσε πολύ και της έγινε κολλιτσίδα. Ήταν όλο κόνξες και νάζια και δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του, μα ούτε και με τα άλλα αγόρια τις γειτονιάς έπαιζε. Προτιμούσε τις φίλες της και πιο πολύ εκείνο το  αγοροκόριτσο που όλα τα παιδιά το τρέμανε, ακόμα και τα πιο μεγάλα. Όλο μαζί τις έβλεπες, στο κυνηγητό, στο σκοινάκι, στις κούκλες, ήταν αχώριστες . Αυτός έπαιζε με τα αγόρια μπάλα, πόλεμο, κάποιες φορές ανάβανε τα αίματα, τσακωνότανε και λίγο. Μα αυτή την αγαπούσε, ας ήταν στριμμένη, κι ας μη του έδινε σημασία, και ζήλευε πολύ που την έβλεπε συνέχεια με κείνο το αγοροκόριτσο.
 Ένα απόγευμα που καθόταν μόνη της στα σκαλοπάτια βρήκε το θάρρος και της τό ‘πε. Ναι, την αγαπούσε πολύ, όταν θα μεγαλώνανε θα  την παντρευότανε. Είχε γίνει κατακόκκινος απ’ την ντροπή του και έτρεμε. Παρ’ όλα αυτά την κοίταξε κατάματα και της έπιασε τα ολόλευκα χεράκια της. Πάνω στην ταραχή του προσπάθησε να της δώσει και ένα φιλί στο μάγουλο, μα  αυτή πρόλαβε και τραβήχτηκε μακριά του. Θύμωσε και τον απείλησε ότι θα τα πει όλα στους γονείς της. Έτσι κι αλλιώς ήταν ήδη αρραβωνιασμένη, ερχόταν δεύτερος, του είπε με κακία. Με τη φίλη της θα παντρευόταν αργότερα, όταν θα τέλειωναν το σχολείο, όχι εκείνον που ήταν τόσο άσχημος, κοντός και χοντρός. Το είχανε πει και στους γονείς τους. «Έχουμε φιληθεί κιόλας. Εσύ ζουμπά έχεις φιλήσει κορίτσι;», τον ειρωνεύτηκε και έβαλε τα γέλια. Την κοίταζε στεναχωρημένος, μα δεν μπορούσε και να καταλάβει. Δεν πρόλαβε να ζητήσει περισσότερες εξηγήσεις ή και να τις αστράψει κάνα χαστούκι, αυτό τις άξιζε. Είδε από μακριά το αγοροκόριτσο να πλησιάζει βιαστικά προς το μέρος τους, φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Έκανε πολλές μέρες να ξαναβγεί στη γειτονιά.
Κάποτε, ο πατέρας είπε ότι έπρεπε να φύγουν πάλι για κάποια άλλη  πόλη μακρινή. Η κατάρα της αράχνης. Έκλαψε πολύ. Της είπε τα δυσάρεστα, μα δεν την ένοιαξε καθόλου. «Καλά να πάθεις», του είπε με κακία και έβαλε τα γέλια. Της ζήτησε τουλάχιστον μια φωτογραφία για να τη θυμάται, μα κι αυτή του την αρνήθηκε. Την μίσησε πολύ. Ήθελε να πεθάνει, να την σκοτώσει, να την κάνει χίλια κομματάκια, να την τρυπήσει με το σπαθί του, να της κόψει το κεφάλι και να το δώσει στους φίλους  του να παίζουν μπάλα. Μα ήταν βέβαιος πως και τότε αυτή θα γέλαγε μαζί του, δεν θα την ένοιαζε.
Ξανάβλεπε το πρόσωπό της στην εφημερίδα, είκοσι χρόνια μετά. Φαινόταν ανέμελη κι ευτυχισμένη, όπως τότε. Ίδιο βλέμμα, ίδιο χαμόγελο, ακόμη και το χτένισμά της ολόιδιο είχε μείνει. Παραδίπλα ο άντρας της και στην αγκαλιά κρατούσε το γιο της μωρό ακόμα. Μόνο το αγοροκόριτσο έλειπε από τη φωτογραφία.
Την αναγνώρισε αμέσως, προτού καν διαβάσει το όνομά της, στο ρεπορτάζ που ακολουθούσε. Σκοτώθηκε το προηγούμενο βράδυ σε τροχαίο, έγραφε. Επί τόπου. Ο άντρας της χαροπάλευε στην εντατική κάποιου κρατικού νοσοκομείου. Το παιδί της ήταν σώο και αβλαβές, δεν είχε πάθει τίποτα. «Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το κεφάλι αποκολλήθηκε απ’ το σώμα, έσπασε το παρμπρίζ και…»

Δεν ήθελε να διαβάσει άλλες λεπτομέρειες. Έκοψε προσεκτικά την μικρή  φωτογραφία, τη δίπλωσε και τη φύλαξε στο πορτοφόλι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου