Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

Όταν ξεκίνησε ο καβγάς ήταν απόγευμα. Δεν είχε δύσει ακόμη ο ήλιος και τ’ αδέρφια μου έλειπαν απ’ το σπίτι. Βρισκόμουν στο σαλόνι καθισμένος στην πολυθρόνα της γιαγιάς που εδώ και τέσσερα χρόνια ήταν άδεια. Δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση και μου ζήταγε συχνά να της διαβάσω παραμύθια. Ήθελε τάχα να διαπιστώσει την πρόοδό μου στο σχολείο. Ήμουν το αγαπημένο της εγγόνι το πρώτο και καλύτερο. Είχα και το όνομα του συγχωρεμένου του άντρα της. Μα κι εγώ δεν της χάλαγα το χατίρι. Σαν υπάκουο σκυλάκι πλησίαζα κοντά της και κουλουριαζόμουν στα πόδια της και άρχιζα να της διαβάζω μια φορά κι ένα καιρό με άψογη ορθοφωνία χωρίς λάθη και κομπιάσματα φτάνοντας πάντα στο και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα καλή μου γιαγιάκα. Τότε μου έλεγε ένα μεγάλο μπράβο αγόρι μου και μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της. Με φιλούσε με τα μεγάλα άσπρα της μουστάκια και στο τέλος μου γέμιζε τις χούφτες μου με καραμέλες. Το βράδυ όταν έπεφτε στο κρεβάτι της έλεγα ξανά το ίδιο παραμύθι μέχρι να κλείσει τα μάτια της και να αρχίσει το μακάριο ροχαλητό της. Τότε σταμάταγα και άφηνα το βιβλίο πάνω στο κομοδίνο και έχωνα με προσοχή το δεξί μου χέρι κάτω απ’ το διάφανο νυχτικό της. Την χάιδευα απαλά για κάμποση ώρα μέχρι να ακούσω βήματα να πλησιάζουν στο δωμάτιο και να ανοίγει η πόρτα τρίζοντας.

Όσο ζούσε η γιαγιά οι γονείς μου δεν τσακώνονταν. Τώρα άκουγα καθαρά τις φωνές και τα κλάματα της μαμάς. Σηκώθηκα ανήσυχος από την πολυθρόνα και πήγα στην κουζίνα να δω. Ο πατέρας την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την χτυπούσε με λύσσα. Όταν με είδε σταμάτησε απότομα. Μου είπε μια περίεργη βρισιά που δεν πολυκατάλαβα και εγώ το ‘βαλα αμέσως στα πόδια. Παράτησε τη μαμά στο πάτωμα αιμόφυρτη και έτρεξε πίσω μου μανιασμένος. Βγήκα έξω από το σπίτι μα αυτός συνέχισε να με κυνηγά. Λίγο παρακάτω σταμάτησα. Δεν υπήρχε λόγος να τρέχω άλλο. Ήθελα να δείξω ότι δεν τον φοβάμαι. Έτσι κι αλλιώς δεν θα ‘ταν η πρώτη φορά. Είχα ξαναφάει ξύλο για αταξίες από κείνον στο σπίτι με την πέτσινη λουρίδα κι απ’ τη δασκάλα στο σχολείο με τη ξυλόβεργα. Για σοβαρές ή για ασήμαντες αιτίες δεν μπορώ να θυμηθώ. Άλλωστε οι μεγάλοι τότε βαρούσαν τα παιδιά για το τίποτα. Τώρα όμως βρισκόμασταν σε κοινή θέα. Ήρθε από πίσω μου και μου ‘ριξε μια κλοτσιά στον κώλο. Δεν πόνεσα πολύ. Μόνο ντράπηκα που τον είδαν οι γείτονες να με ξεφτιλίζει. Ακούγοντας τις φωνές του είχαν βγει όλοι στις πόρτες και τα παράθυρα και παρακολουθούσαν το θέαμα χωρίς να επεμβαίνουν. Δεν τους έπεφτε λόγος και δεν ανακατεύονταν ποτέ σε ξένες υποθέσεις. Ήταν φιλήσυχοι άνθρωποι που δεν ήθελαν μπελάδες και τραβήγματα.

Μετά μ’ έπιασε από τ’ αυτί. Τότε τα χρειάστηκα. Το τράβηξε με δύναμη κι ένιωσα μεγάλο πόνο. Νόμιζα ότι θα μου το ξεριζώσει και θα μείνω μόνο με ένα. Ότι θα μου το έχωνε στο στόμα να το φάω. Μπρος πάμε μέσα και θα δεις τι έχεις να πάθεις. Με απείλησε και με τράβηξε σέρνοντας για το σπίτι.  Ήξερα ότι το εννοούσε και δεν ήταν κούφια λόγια του αέρα. Και για να με ταπεινώσει ακόμη πιο πολύ έβαλε να παίζει ξανά η ίδια κασέτα. Ότι δεν ήμουν δικό τους παιδί. Γι’ αυτό ήμουν τόσο σκάρτος. Δεν μπορεί να βγήκες εσύ απ’ τα δικά μου αρχίδια φώναζε δυνατά. Απλά ήμουν ένα μπαστάρδικο που τους το πούλησαν κάτι γύφτοι ή το παράτησαν έξω απ’ την πόρτα τους. Μες στην τρομάρα μου δεν μπορούσα να θυμηθώ ακριβώς. Η ιστορία είχε διάφορες παραλλαγές. Δεν τον πίστευα μα κάθε φορά μετά το ξύλο έτρεχα στον καθρέφτη και κοιτούσα προσεχτικά το πρόσωπό μου να δω αν είναι μαυριδερό και βρώμικο. Έλεγε ότι με είχαν υιοθετήσει μα εγώ ήμουν αχάριστος και αγνώμων για όσα έκαναν για να με μεγαλώσουν και να γίνω σωστός άνθρωπος στην κοινωνία. Και όλα αυτά ξεκίνησαν μετά το θάνατο της γιαγιάς. Όσο εκείνη ζούσε δεν με είχε πειράξει κανείς. Πάντως σίγουρα τα αδέρφια μου τα αγαπούσε περισσότερο από μένα. Παρ’ όλο που ήμουν ο πρωτότοκος και ο κανακάρης τους.  

Ξαφνικά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο σωτήρας μου.  Στάθηκε απειλητικός μπροστά του σε  θέση μάχης δείχνοντας τα μυτερά του δόντια. Ο πατέρας έδωσε μια κλοτσιά στον αέρα κι εκείνος όρμησε κατά πάνω του και μ’ ένα σάλτο γαντζώθηκε στο κεφάλι του. Έκανε σαν τρελός και λυσσασμένος και άρχισε να τον γδέρνει και να τον δαγκώνει. Ο πατέρας ούρλιαζε απ’ τον πόνο και την τρομάρα του μέχρι που σωριάστηκε φαρδύς πλατύς χάμω στο πεζοδρόμιο. Τότε του ξέφυγα και άρχισα να τρέχω. Μα και ο μαύρος γάτος τον παράτησε στην δυστυχία του και με πήρε από πίσω. Ήταν ένα όμορφο σφριγηλό ζώο με γυαλιστερή γούνα και φουντωτή τσακισμένη ουρά. Δεν τον είχα ξαναδεί στη γειτονιά ούτε γνώριζα γιατί με υπερασπίστηκε. Μου νιαούρισε και απ’ το βλέμμα του κατάλαβα ότι ήθελε να τον ακολουθήσω. Τράβηξε μπροστά και μετά από λίγο φτάσαμε σ’ ένα ξέφραγο οικόπεδο ανάμεσα σε δύο πανύψηλες πολυκατοικίες. Ήταν γεμάτο γάτες όλων των αποχρώσεων και ηλικιών. Μέτρησα καμιά δεκαριά κεφάλια. Μέσα υπήρχε μια μεγάλη συκιά και στο βάθος μια μικρή ερειπωμένη αποθήκη. Ήταν Αύγουστος και το δέντρο ήταν γεμάτος γλυκούς γινομένους καρπούς. Η καλύτερη παγίδα για τα κακόμοιρα ποντικάκια σκέφτηκα. Έκοψα ένα σύκο το ξεφλούδισα κι άρχισα να το μασουλάω με όρεξη.

Έμεινα κάμποσες μέρες εκεί. Κοιμόμουν μέσα στην ερειπωμένη αποθήκη αγκαλιά με δυο μικρά παιχνιδιάρικα γατάκια. Ευτυχώς είχε μια βρύση με πόσιμο νερό και φαγητό μας έφερνε μία φιλεύσπλαχνη ηλικιωμένη κυρία. Μετά από λίγες μέρες η αστυνομία με ανακάλυψε και με γύρισε στο σπίτι. Ευτυχώς δεν συνάντησα τον πατέρα. Είχε μόλις πεθάνει. Από ανακοπή καρδιάς είπαν κι όχι απ’ τα δαγκώματα του λυσσασμένου γάτου μα ένιωσα κάποιες τύψεις σαν να έφταιγα εγώ. Ίσως να ήμουν εγώ ο υπαίτιος και κατά βάθος να στεναχωριόταν εξαιτίας μου. Δεν τα πηγαίναμε καλά. Δεν ξέρω γιατί δεν με αγαπούσε όπως τα μικρότερα αδέρφια μου. Μα πιο πολύ με ενοχλούσε και μου έσπαγε τα νεύρα όταν καμιά φορά τρώγαμε όλοι μαζί και ρουφούσε τη σούπα του πλάθοντας με απόλαυση τα χείλη του. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Ο ήχος αυτός μου τρυπούσε το κεφάλι και με χτυπούσε στα μελίγγια. Μου κοβόταν μαχαίρι κάθε διάθεση για φαγητό και περίμενα πότε θα τελειώσει το μαρτύριο για να σηκωθώ απ’ το οικογενειακό τραπέζι και να εξαφανιστώ. Να μείνω ολομόναχος. Έτσι και με το δίκιο μου πολλές φορές είχα ευχηθεί τον θάνατό του. Και να που ο πανάγαθος θεούλης με άκουσε και τον εκδικήθηκε. 

Στην κηδεία του η εκκλησία ήταν γεμάτη από κόσμο μέσα και έξω. Τελικά είχε πολλούς γνωστούς και φίλους αν και ποτέ δεν έρχονταν στο σπίτι μας. Ήταν μέσα στο φέρετρο ροδαλός και χαμογελαστός. Δεν έμοιαζε με πτώμα. Και μου φάνηκε ότι μας κορόιδευε όλους κι ότι ξαφνικά θα ανασταινόταν και θα άρχιζε να με κυνηγάει. Η μαμά μας έβαλε να τον ασπαστούμε στο κούτελο. Τα αδέρφια μου προχώρησαν έκαναν τον σταυρό τους και τον φίλησαν. Εγώ όχι. Αρνήθηκα. Μόνο έβγαλα το κουζινομάχαιρο και άρχισα να το μπήγω πάνω στο νεκρό κορμί του στο ύψος της άσπλαχνης καρδιάς του. Ήθελα να σιγουρευτώ ότι τα είχε κακαρώσει. Δεν είχα καμία εμπιστοσύνη στους γιατρούς και τους παπάδες. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Από παντού ακούγονταν κραυγές και ουρλιαχτά φρίκης. Είχαμε και λιποθυμίες. Συνέχισα να τον τρυπάω και να τον ματώνω όταν από την μεγάλη μου λύσσα το φέρετρο αναποδογύρισε και κείνος έπεσε χάμω στο πλάι. Τότε άνοιξε το ένα του μάτι και με κοίταξε χαμογελαστός. Δεν είχε κόρη. Φαινόταν μόνο το ασπράδι. Φοβήθηκα. Πέταξα το φονικό όπλο και το ‘βαλα στα πόδια. Ο μαύρος γάτος με τη γυαλιστερή γούνα και τη φουντωτή τσακισμένη ουρά με περίμενε απ’ έξω. Ο πιστός μου φίλος. Όταν με είδε να βγαίνω απ’ την εκκλησία άρχισε να τρέχει μαζί μου λες και ήτανε συνένοχος στο έγκλημα. Λες κι η αστυνομία θα καταζητούσε κι εκείνον.

Φτάσαμε κάθιδροι στο οικόπεδο με την μεγάλη συκιά και την ερειπωμένη αποθήκη και ήπιαμε φρέσκο δροσερό νερό απ’ το μπωλάκι της καλής κυρίας. Πλέον δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τους ανθρώπους. Μόνο να μεταμορφωθώ σε γάτο και να με υιοθετήσει αυτή η καλή πολύτεκνη οικογένεια. Μα αυτή τη φορά με έπιασαν αμέσως. Γιατροί μπάτσοι και νοσοκόμοι με έδεσαν πισθάγκωνα και με κλείσανε στο τρελάδικο σε ειδική πτέρυγα για τα παιδιά. Στο λευκό δωμάτιο ήμουνα μόνος. Είχε πολλά παιχνίδια μα δεν μπορούσα να παίξω. Με είχαν συνέχεια δεμένο στο κρεβάτι χειροπόδαρα για να μην κάνω κακό στον εαυτό μου. Αυτή ήταν η επίσημη εξήγηση που έδωσαν. Κάθε τόσο έμπαιναν μέσα κάποιοι με άσπρες μπλούζες και μου έκαναν ένεση. Κοιμόμουν πολλές ώρες και έβλεπα εφιάλτες. Κανείς δικός μου δεν ήρθε να με δει. Όλοι με είχαν ξεγραμμένο από τη ζωή τους. Ακόμη και η μαμά. Ευτυχώς όποτε άνοιγα τα μάτια μου έβλεπα καθαρά έξω απ’ το παράθυρο τον όμορφο μαύρο γάτο με την τσακισμένη φουντωτή ουρά να μου χαμογελά. Τον μοναδικό μου φίλο. 

 

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

ΤΟ ΜΠΑΝΙΣΤΗΡΙ

Σάββατο απόγευμα γινόταν το μπανιάρισμά μου μετά τη γενική καθαριότητα του σπιτιού. Έμπαινα στην τουαλέτα και γδυνόμουν περιμένοντας τη μαμά να με σαπουνίσει καλά δύο και τρεις φορές στα μαλλιά στα αυτιά και σ’ όλα τα επίμαχα σημεία του άτριχου κορμιού μου για να φύγει η βρώμα η γάνα και η ιδρωτίλα της βδομάδας και να γίνω και πάλι λαμπερός κι αστραφτερός φορώντας τα καλά μου για μια βόλτα στην πλατεία ή στο κέντρο της πόλης και για ένα γλυκό του κουταλιού ή μια πορτοκαλάδα. Ο πατέρας συνήθως έλειπε απ’ το σπίτι. Ήταν στο καφενείο και μετά θα πήγαινε βόλτα με τους φίλους του επιστρέφοντας στο σπίτι αργά το βράδυ.  Όμως εκείνη την σημαντική μέρα δεν μέναμε ολομόναχοι. Μας έκανε επίσκεψη η φίλη της μαμάς η καλύτερη και η μοναδική πολλή σεμνότυφη και θεούσα γεροντοκόρη βέβαια και μεγαλοκοπέλα της εκκλησίας που είχε τα μαλλιά της μαζεμένα κότσο και φορούσε πάντα μία σκουρόχρωμη φούστα μακριά μέχρι τον αστράγαλο μη και φανεί η γάμπα της και σκανδαλίσει τον ανδρικό πληθυσμό της μικρής μας πόλης. Κρίμα γιατί ήταν νοστιμούλα με ωραία χαρακτηριστικά προσώπου αλλά και σωστές αναλογίες σώματος. Όμως πίστευε πολύ στη θρησκεία αληθινά και με αυταπάρνηση και γι’  αυτό πήγαινε χαμένη. Μακάρι τουλάχιστον να ανταμειβόταν πλουσιοπάροχα στην επόμενη αιώνια ζωή. Αν υπήρχε.

Ο πατέρα μου δεν χώνευε με τίποτα τη θεούσα. Την ανεχόταν αναγκαστικά κάνοντας τα στραβά μάτια για το χατίρι της γυναικούλας του να έχει κι αυτή έναν άνθρωπο να λέει τον πόνο και τον καημό της. Όμως εγώ τη συμπαθούσα κι όχι μόνο γιατί μου ‘φερνε γλυκά και σοκολάτες. Πριν κάμποσα χρόνια όταν ήμουν ακόμα τελείως νιάνιαρο τεσσάρων πέντε χρονών και ήθελα με μανία να γίνω παπάς μου είχε κάνει δώρο έναν καφέ γυαλιστερό απ’ το λούστρο ξύλινο σταυρό κι ένα χρυσαφένιο θυμιατήρι και γύριζα με αυτά πέρα δώθε μέσα στα δωμάτια και λιβάνιζα ψέλνοντας τροπάρια δικής μου έμπνευσης για να ξορκίσω το κακό απ’ το σπίτι. Δηλαδή είχα φάει άγριο κόλλημα. Μόνο ράσα και άμφια που δεν μου φόρεσαν γιατί μάλλον δεν βρήκαν στο νούμερό μου. Αν και για το καρναβάλι θα ήμουν μια χαρά. Μπράβο αγόρι μου κι  όταν θα μεγαλώσεις θα γίνεις ένας καλός άνθρωπος του θεού. Έτσι λέγανε κάτι θειάδες και γριές γειτόνισσες της συμφοράς όταν με βλέπανε να λειτουργώ. Με επιβράβευαν και με το παραπάνω. Και η θεούσα φίλη της μαμάς καμάρωνε για το δημιούργημά της. Όμως γρήγορα μου πέρασε η λόξα. Ξέχασα την νηπιακή ιερατική μου κλίση και μεγαλώνοντας μπήκαν άλλες ιδέες και σχέδια στο αθώο μα πολύ ευφάνταστο μυαλουδάκι μου όπως συμβαίνει συνήθως με τα παιδιά σ’ αυτές τις τρυφερές ηλικίες. Ευτυχώς γιατί ο πατέρας είχε φρικάρει εντελώς. Δεν συμπαθούσε τους παπάδες και τους λοιπούς ρασοφόρους και κάθε φορά που με έβλεπε να λιβανίζω και να ιερουργώ με κοίταζε με μισό μάτι. Από τότε δεν χώνεψε τη φίλη της μαμάς. Όμως ίσως να ‘χε κι άλλους πιο προσωπικούς λόγους. Μόνο που όποτε ήταν να μας επισκεφτεί η δεσποσύνη φρόντιζε να λείπει απ’ το σπίτι. Δηλαδή κάθε Σάββατο απόγευμα. Εκείνη πάλι σίγουρα θα πικράθηκε για την ξαφνική αλλαγή πλεύσης μου μα προσπάθησε να μην το δείξει πνίγοντας τον πόνο και τον καημό της. Ούτε βέβαια το σχολίασε και με τα χρόνια το ζήτημα ξεχάστηκε τελείως.

Εκείνο το απόγευμα περίμενα τη μητέρα μου καθισμένος μέσα στη γεμάτη μπανιέρα για το καθιερωμένο λουτρό. Ξαφνικά και τελείως απροειδοποίητα άνοιξε η πόρτα της τουαλέτας και σαν σίφουνας μπήκε μέσα η θεούσα. Σήκωσε την μακριά της φούστα. Κατέβασε τη λευκή δαντελωτή της κυλότα και στρογγυλοκάθισε αμέριμνη πάνω στη λεκάνη. Ξαλάφρωνε για ώρα βγάζοντας κάθε τόσο βαθιούς αναστεναγμούς και βογγητά άπλετης ανακούφισης. Παραλίγο αν δεν προλάβαινε θα ‘σκαγε η φούσκα της και θα τα ‘κανε πάνω της. Θα πάθαινε χοντρή νίλα η κακομοίρα. Πάνω στην ανάγκη και τη φούρια της ούτε που πρόσεξε την πονηρή μου παρουσία. Δεν είχε γίνει από πρόθεση. Μα κι εγώ διατήρησα την ψυχραιμία μου και δεν έβγαλα άχνα χαμηλωμένος και κρυμμένος πίσω απ’ την γαλάζια πλαστική κουρτίνα με τα λουλουδάκια. Υποβρυχίως και σχεδόν βυθισμένος μέσα στο νερό. Η καρδούλα μου χτυπούσε δυνατά. Ήταν έτοιμη να σπάσει απ’ την αγωνία κι ένα ευχάριστο λίγωμα ένιωθα να ποτίζει το στενό και άτριχο στήθος μου. Η φίλη της μαμάς είχε λοιπόν και κρυφά κάλλη. Είχα μείνει ενεός βλέποντας τα όμορφα γαλακτερά της μπούτια. Τα μάτια μου είχαν πεταχτεί έξω από το εξαίσιο και πρωτόγνωρο θέαμα. Όταν τελείωσε και σηκώθηκε να σκουπιστεί αποκαλύφθηκε μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο και την μεγαλοπρέπεια η ασπριδερή και τροφαντή της κωλάρα σχεδόν μέσα στα μούτρα μου. Έτσι να έκανα το χεράκι μου και θα μπορούσα να την αγγίξω με άνεση. Να την χουφτώσω και να την πασπατέψω. Ευτυχώς δεν το τόλμησα και η φίλη της μαμάς δεν πήρε χαμπάρι το μπανιστηράκι μου. Αφού τελείωσε με αργές κινήσεις σήκωσε την κυλότα της και κατέβασε τη φούστα. Έβγαλε έναν τελευταίο βαθύ αναστεναγμό και βγήκε ξαλαφρωμένη και ανακουφισμένη από την τουαλέτα. Παρέμεινα μόνος και ταραγμένος. Ερεθισμένος αναψοκοκκινισμένος και αποσβολωμένος να περιμένω τη μαμά χαϊδεύοντας μέσα στο νερό ασυναίσθητα το πουλί μου.

Σ’ αυτή τη φάση με βρήκε η μητέρα μου όταν μπήκε στο μπάνιο. Στην αρχή δεν κατάλαβε τίποτα. Δεν υποψιάστηκε κάτι το περίεργο. Όπως κάθε φορά άρχισε να με σαπουνίζει και να με πλένει με το σφουγγάρι και να με ξεπετσιάζει με δύναμη για να φύγει η γάνα η βρώμα και η ιδρωτίλα της βδομάδας. Να γίνω πάλι λαμπίκο και να βγούμε βόλτα μαζί με τη θεούσα που μας περίμενε στο σαλόνι. Όμως πρώτη φορά δεν ένιωθα ούτε πόνο ούτε σφίξιμο ούτε ανυπομονισία να τελειώσει το μαρτύριο. Την ακουμπούσα και την έπιανα απ’ όπου μπορούσα και βολευόμουνα αποφεύγοντας το βλέμμα της. Δεν ήθελα να προδοθεί η ντροπή και η ταραχή μου και να καταλάβει τι γίνεται μέσα μου. Μα δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Ήταν πάνω και πέρα απ’ τις δυνάμεις μου. Εκείνη κάποια στιγμή πήρε χαμπάρι μα δεν είπε τίποτα. Ότι ξαφνικά μέσα σε ένα απόγευμα ο κανακάρης της είχε ωριμάσει και είχε γίνει απότομα άντρας. Με ξέπλυνε στα γρήγορα και μου είπε να ντυθώ. Μετά βγήκε από την τουαλέτα. Τότε μόνο χαλάρωσα κάπως και μου ‘φυγε το άγχος. Άρχισα να παίζω με δύναμη το πετρωμένο κατακόκκινο εργαλείο μου μέχρι που έχυσα με γλύκα και με πόνο. Μουγκρίζοντας.      

Ήταν η πρώτη μου φορά κι ένιωσα σαν να ξαναγεννήθηκα. Βέβαια η μητέρα μου δεν με μπανιάρισε ξανά. Μου εξήγησε ότι πλέον είχα μεγαλώσει και είχα γίνει κοτζάμ άντρας. Θα έπρεπε να τα βγάλω πέρα μόνος μου με τους αφρούς τα σαπούνια και τα νερά. Είχα μάθει τι έπρεπε να κάνω. Έτσι από κείνη τη μέρα άρχισε να με παιδεύει και να με βασανίζει το φλέγον ζήτημα. Πολύ πρόωρα για την ηλικία μου έπαθα ξαφνικό παροξυσμό. Το σκεφτόμουν όλη μέρα στο σπίτι στο σχολείο στον ύπνο και στον ξύπνιο συνέχεια και παντού. Είχα αγριέψει για τα καλά και πλέον κυνηγούσα εγώ τα κορίτσια στο σχολείο και τη γειτονιά. Ήθελα να τα αγγίξω έστω και για λίγο. Να τα χουφτώσω και να χώσω το χέρι μου κάτω από τις φούστες τους. Να ξεμοναχιάσω τις πιο θερμές και πιο εύκολες και να παίξουμε τη νοσοκόμα και το γιατρό. Να τριφτώ πάνω τους και να νιώσω τη γλύκα του κολλώδους υγρού. Θα το πω στην κυρία φώναζαν εκείνες τσαντισμένες αλλά ποιος τις άκουγε. Δεν έδινα σημασία. Το εσώρουχό μου ήταν πάντα λεκιασμένο και το άλλαζα σε καθημερινή βάση.

Είχα ενηλικιωθεί πριν την ώρα μου. Αυτό σκεφτόμουν συνέχεια. Το πιο γλυκό και ηδονικό πράγμα στον κόσμο. Και με τις πιο μεγάλες γυναίκες αλλά και με τις γριές ακόμα δεν κώλωνα. Το μάτι μου γαρίδα και το χέρι μου πάντα έτοιμο για αθώα δήθεν κατά λάθος και ανεπαίσθητα αγγίγματα. Δεν άφηνα  θηλυκό σε χλωρό κλαρί. Είχα ξεσαλώσει τελείως. Κι όποτε μπορούσα κι έβρισκα την ευκαιρία ξεμοναχιαζόμουν και αυνανιζόμουν διαρκώς. Ειδικά μέσα στην μπανιέρα και κάτω απ’ το νερό μία και δύο και τρεις φορές. Πλέον το λουτρό κρατούσε πολύ ώρα και οι γυναίκες έμπαιναν για την ανάγκη τους πριν από μένα και με κοιτούσαν με άλλο μάτι. Τώρα ήξεραν ότι δεν είχαν να κάνουν απλά με ένα δωδεκάχρονο παιδί και ήταν πολύ προσεχτικές στις κινήσεις και τα φερσίματά τους. Είχα κερδίσει τον σεβασμό τους. Κι όμως το φταίξιμο δεν ήτανε δικό μου. 

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Είχα πολλά χρόνια να δω αυτό το όνειρο. Πάνω από τριάντα. Το ξαναείδα χτες. Μέσα στο παλιό μας σπίτι το πατρικό η μητέρα με κυνηγούσε  κι εγώ έτρεχα τρομαγμένος να ξεφύγω. Συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις  χωνόμουν κάτω απ’ το κρεβάτι και περίμενα με κρατημένη την  ανάσα να περάσει το κακό. Από  κει κάτω έβλεπα μόνο  την άκρη του νυχτικού και τα γυμνά της πόδια να πλησιάζουν και την άκουγα να φωνάζει αγριεμένη το όνομά μου. Μετά από κάποιες επαναλήψεις ήξερα πως ήταν όνειρο και ο φόβος κάπως μετριαζόταν. Τότε κάποια καρφίτσα θα βρισκόταν στο χέρι μου να με βοηθήσει να ξυπνήσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα  ή  θα έκλεινα τα μάτια μου σφιχτά και θα έλεγα από μέσα μου τώρα τα ανοίγω και ξυπνάω. Δυστυχώς μάταια όλα. Άδικος κόπος. Τα φτηνά μου κόλπα δεν έπιαναν και κάποια στιγμή  η μητέρα με  ανακάλυπτε. Τότε εγώ θα έτρεχα πάλι για να ξεφύγω από την μανία της.

Άλλες πάλι  φορές  κάτι με κρατούσε κολλημένο στη θέση μου και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Να κάνω ρούπι. Τότε με έπιανε πανικός. Πίστευα ότι είχε έρθει η ώρα μου. Όμως όλα ξαφνικά πάγωναν και ούτε η μητέρα μου μπορούσε να τρέξει και να με πιάσει  στα χέρια της.  Μόνο  στεκόταν  λίγο παραπέρα σαν άγαλμα και με κάρφωνε με το σκοτεινό της βλέμμα. Ή  όποτε  κατάφερνε να με πλησιάσει έκανα ένα τεράστιο άλμα μέχρι το ταβάνι και πάλι της ξέφευγα. Η υπόθεση είχε πολύ σασπένς και μεγάλες ανατροπές. Γιατί πάντα της ξέφευγα. Ακόμα  και όταν έφταναν οι ενισχύσεις και το σπίτι γέμιζε με άγνωστους άντρες  οπλισμένους σαν αστακούς που έψαχναν να με βρουν να με συλλάβουν και να με οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τότε  άνοιγα το μικρό παράθυρο του σαλονιού και πήδαγα πίσω στην αυλή και ανέβαινα  στο λιακωτό και τα κεραμίδια και  βουτούσα στο βάραθρο του διπλανού σπιτιού. Ήταν φορές που είχα παρακολουθήσει και την κηδεία μου εκεί.  Ή σε άλλες περιπτώσεις κατέβαινα στον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας και από κει πεταγόμουν έξω στον δρόμο και γλύτωνα. Ξαφνικά και χωρίς να το καταλάβω το σκηνικό άλλαζε και βρισκόμουν κάπου μακριά στον κήπο κάποιου άγνωστου σπιτιού και λούφαζα πρηνής  ανάμεσα στους θάμνους και τα δέντρα  μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Όλη τη νύχτα άκουγα γύρω μου κραυγές και ποδοβολητά κι έτρεμε το φυλλοκάρδι μου. Όμως ποτέ δεν με έπιασαν. Κι ύστερα ξύπναγα κατουρημένος.

Τώρα μετά από τριάντα χρόνια κοτζάμ μαντράχαλο με κυνηγούσε η μητέρα μόνη της.  Και για πρώτη φορά κατάφερε να με γραπώσει. Ήταν απρόσμενο. Δεν το περίμενα. Τότε  αναγκάστηκα να της τρυπήσω με τα δάχτυλα και να της βγάλω και τα δύο της μάτια. Ξέφυγα πάλι από τα χέρια της μα αυτή συνέχισε να με κυνηγά στα τυφλά. Ίσως με κάποιο τρόπο και να ‘βλεπε. Άνοιξα την εξώπορτα και βγήκα  στο δρόμο. Δεν πρόσεξα αν με ακολουθούσε. Απ’ τον φόβο μου δεν γύρισα ούτε μια φορά να κοιτάξω πίσω. Μόνο προχωρούσα γρήγορα κι έτρεχα πολύ ώσπου έφτασα στην πλατεία. Εκεί αντίκρισα τον πατέρα και τον θείο μου καθισμένους  έξω από την ταβέρνα να πίνουν χαμογελαστοί το κρασί τους χωρίς να μιλούν. Τους πλησίασα έντρομος και τους είπα τι έγινε στο σπίτι μα αυτοί δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται. Συνέχισαν να πίνουν το κρασάκι τους αμέριμνοι και να χαμογελούν. Κάποια στιγμή ο θείος με χάιδεψε στο κεφάλι και μετά από λίγο ο πατέρας μού μίλησε. Γιάννο μου δεν πρέπει να ανησυχείς. Τουλάχιστον αυτό έπρεπε να το ήξερες καλά. Οι νεκροί δεν μπορούν να βλάψουν τους ζωντανούς. Ύστερα ξύπνησα κατουρημένος.

 

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΚΡΟΒΑΣΙΕΣ

Εκείνα τα χρόνια ήμουν παιδάκι δέκα χρονών κι έβλεπα κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο όνειρο. Άγνωστοι άντρες οπλισμένοι και φορώντας στολές έμπαιναν στο σπίτι και με κυνηγούσαν. Κινδύνευε η ζωή μου. Ήθελαν να με πιάσουν και να με σκοτώσουν. Μαζί τους ήταν και η μαμά. Ο μπαμπάς πάντα έλειπε απ’ το σπίτι και δεν μπορούσε να με βοηθήσει και να με προστατέψει. Αδέρφια δεν είχα. Ήμουν μοναχοπαίδι και μοναχογιός. Άκουγα τα ποδοβολητά από τις βαριές μπότες και κρυβόμουν κουλουριασμένος κάτω απ’ το κρεβάτι. Όταν ανακάλυπταν την κρυψώνα μου το έσκαγα πίσω από την αυλή και περιπλανιόμουν μονάχος στην πόλη όλη τη νύχτα.

Έβλεπα το όνειρο μα δεν φοβόμουν γιατί το είχα συνηθίσει. Πλέον ήξερα ότι αυτός ο επαναλαμβανόμενος νυχτερινός τρόμος ήταν ψεύτικος. Και κάθε φορά άνοιγα απότομα τα μάτια μου και τη μια βρισκόμουν καθισμένος στη λεκάνη της τουαλέτας και την άλλη σαν στήλη άλατος στη μέση του διαδρόμου μπροστά στον άδειο καθρέφτη του πορτ-μαντώ. Άλλες φορές  κοιμισμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα με έπαιρνε η μητέρα προσεχτικά απ’ το χεράκι γιατί δεν έπρεπε να με ξυπνήσει και με πήγαινε στο κρεβάτι μου. Το άλλο πρωί δεν θυμόμουν τίποτα. Ένα βράδυ τα πράγματα έγιναν επικίνδυνα. Άνοιξα την εξώπορτα κατέβηκα τα τρία σκαλοπάτια του σπιτιού και βγήκα στο δρόμο. Το πρωί η γειτόνισσα από δίπλα με βρήκε με τα εσώρουχα ακουμπισμένο σε μια κολώνα. Την κοίταζα μα δεν την έβλεπα.  Με έπιασε απ’ το χεράκι και με πήγε πίσω στο σπίτι. Από κείνη τη μέρα τα βράδια οι γονείς μου  κλείδωναν την πόρτα και έξω απ’ το δωμάτιό μου βάζανε ένα βρεγμένο ταπέτο. Ξυπνούσα πάνω σ’ αυτό και το όνειρο έμενε στη μέση.

Τα απογεύματα το στενό γέμιζε από παιδιά που τα πιο πολλά ήταν αγόρια. Κυρίως παίζαμε μπάλα κάνανε φασαρία και τσακωνόμασταν για να περάσει η ώρα. Μόλις νύχτωνε σταματούσαμε κουρασμένα το παιχνίδι και γυρίζαμε στα σπίτια τους. Μια κολώνα του δήμου στη μέση φώτιζε τη γειτονιά. Εγώ συνήθως καθόμουν στο πεζούλι μέχρι αργά και έμπαινα τελευταίος μέσα. Κάποιες φορές μου έκανε παρέα ένα  ξανθό κορίτσι. Δυο τρία χρόνια μεγαλύτερή μου ήταν καινούργια στη γειτονιά κι έμενε λίγο παραπάνω σ’ έναν κάθετο δρόμο. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του στρατού. Πέρσι είχαν έρθει με μετάθεση στην πόλη. Ήταν μοναχοπαίδι κι αυτή. Παράξενη κοπέλα και πολύ μοναχική. Ίσως και λίγο ντροπαλή.  Δεν είχε πολλές φιλίες και πάρε δώσε με τα άλλα παιδιά ούτε καν με τα κορίτσια. Δεν έπαιζε μαζί τους ούτε κουβέντιαζε.  Καθόταν σε μια άκρη μόνο και κοιτούσε. Αργούσε κι αυτή τα βράδια να γυρίσει στο σπίτι της. Κάποια στιγμή  έβγαινε στο μπαλκόνι η μητέρα της και της φώναζε. Μ’ αυτό το κορίτσι ένιωθα ότι ταίριαζα κάπως μα δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Απλά ήταν μία διαίσθηση.

Είχε πάει μεσάνυχτα και καθόμασταν ακόμα στα σκαλοπάτια. Μάλλον οι γονείς μας είχαν ξεχάσει. Δεν μιλούσαμε μεταξύ μας. Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος μου με κοίταξε έντονα στα μάτια και με ρώτησε αν ακόμα υπνοβατώ. Μαγκώθηκα. Ντράπηκα. Το πρόσωπό μου άλλαξε δέκα χρώματα. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Μετά από λίγο κούνησα αρνητικά το κεφάλι του και ξανακοίταξα αλλού μα πρέπει να είχα γίνει κατακόκκινος σαν παντζάρι. Αυτή πώς το ήξερε και από πού το ‘μαθε. Θεωρητικά ήταν το οικογενειακό μας μυστικό και δεν το κουβεντιάζαμε με κανέναν. Και μου είχαν πει οι δικοί μου να μην το λέω παραπέρα. Αλλά και κανένας μέχρι σήμερα από τους φίλους μου δεν με είχε ρωτήσει. Ούτε απ’ τους μεγάλους της γειτονιάς. Εκείνη συνέχισε χαμογελώντας ειρωνικά για να με πειράξει. Δεν βγαίνεις πλέον τα βράδια από το σπίτι σου κοιμισμένος. Όχι δεν βγαίνω και να μην σε νοιάζει. Της έκοψα τη φόρα τσαντισμένος και σηκώθηκα όρθιος έτοιμος να φύγω από δίπλα της και να μπω στο σπίτι μου. Από μέσα μου την έστειλα και στο διάολο. Ήμουν μαζεμένο και συνεσταλμένο παιδί. Τουλάχιστον είχα αγωγή και τρόπους. Παρ’ όλα τα νεύρα μου δεν θέλησα να την βρίσω κατάμουτρα.    

Δεν με άφησε να φύγω. Με έπιασε τρυφερά απ’ το χέρι και με παρακάλεσε ευγενικά να μείνω λίγο ακόμη μαζί της. Ήθελε κάτι να μου πει. Έκατσα και την άκουσα. Ένα βράδυ ένιωθε περίεργα και δεν είχε ύπνο. Καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι και περίμενε να ξημερώσει. Μέσα η μητέρα της κοιμόταν. Ο πατέρα της είχε υπηρεσία στο στρατόπεδο κι έλειπε απ’ το σπίτι. Τότε ξαφνικά με είδε. Προχωρούσα αργά στο πεζοδρόμιο και σταμάτησα στη γωνία. Ο δρόμος ήταν τελείως άδειος. Ούτε αμάξια ούτε άνθρωποι. Παντού ερημιά και σκοτάδι. Κοιτούσα προς το μέρος της. Ψιτ μου έκανε νόημα μα εγώ δεν κατάλαβα τίποτα. Τότε κατέβηκε κάτω όπως ήταν με τις πιτζάμες γεμάτες αίματα και ήρθε προς το μέρος μου. Την κοιτούσα στα μάτια μα δεν την έβλεπα. Εκείνη νόμιζε ότι έκανα για πλάκα τον υπνοβάτη και μου χαμογέλασε. Μόνο που δεν είχα τα χέρια τεντωμένα όπως είχε δει σε μια ταινία στην τηλεόραση.

Με έπιασε απ’ το χέρι περάσαμε τον δρόμο κι ανεβήκαμε στο σπίτι. Ήθελε να δω το ροζ δωμάτιό της με τους τοίχους γεμάτους πριγκίπισσες νεράιδες και βασιλόπουλα. Μου έδειξε και το κρεβάτι της που ήταν κι αυτό γεμάτο αίματα. Δεν ήθελε να ξυπνήσει από τώρα τη μαμά της. Θα της το έλεγε το πρωί. Να κοίτα από εδώ βγήκε. Μου είπε και κατέβασε τα ρούχα της δείχνοντας την πληγή. Εγώ άπλωσα το χέρι μου και την ακούμπησα ελαφριά. Ζεστό αίμα κύλησε στα δάχτυλά μου. Αιμορραγούσε ακόμα. Με κυνηγούνε κι αν με πιάσουν θα με σκοτώσουν. Της το είπα τρέμοντας ολόκληρος. Κρύωνα και λιγάκι. Μου είπε ότι κι αυτή φοβάται πολύ και με αγκάλιασε σφιχτά. 

 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Είχα κουραστεί να περπατώ απ’ το πρωί μέσα στους δρόμους και κάθε τόσο  σκόνταφτα και παραπατούσα στα παλιοπεζοδρόμια. Έτρεμα ότι θα πέσω και θα χτυπήσω πάλι στα γόνατα. Αυτό ήταν το αδύνατο σημείο μου. Ήταν γεμάτα γρατζουνιές και γδαρσίματα. Τώρα μπορεί και να μάτωναν. Πάντως σίγουρα Θα πονούσα και θα έβαζα τα κλάματα. Και μετά θα ένιωθα αφάνταστη ντροπή.  

Όμως φοβόμουν και να γκρινιάξω και να παραπονεθώ σαν παιδάκι κι εγώ. Κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή της θείας. Κάνε υπομονή και σε λίγο φτάνουμε μου είπε. Σε όλη τη διαδρομή με κρατούσε γερά απ’ το χέρι και προσπαθούσε να μου δώσει κουράγιο. Να μου ανυψώσει το ηθικό. Τουλάχιστον καταλάβαινε την κούρασή μου και τον αγώνα μου να σταθώ όρθιος. Να μην λιποψυχήσω. Μα μπροστά μου ο σκοτεινός διάδρομος έμοιαζε ατέλειωτος. Το είχα μετανιώσει μα δεν μπορούσα να μείνω και στο σπίτι με τόση σκόνη και θόρυβο. Οι εργάτες έκαναν πολλή φασαρία και μου έσπαγαν τα ευαίσθητα νεύρα μου. Έτσι δεν είχα άλλη επιλογή και δυστυχώς δεν έπαιρνα εγώ τις αποφάσεις. Σήμερα έπρεπε να δω και την μητέρα.

Επιτέλους φτάσαμε. Όταν μπήκα στο θάλαμο μια λάμψη με τύφλωσε απότομα. Ζαλίστηκα από το δυνατό φως. Μετά από λίγο τα μάτια μου συνήθισαν. Το δωμάτιο ήταν λευκοντυμένο και ζεστό. Οι τοίχοι τα κρεβάτια οι κουρτίνες τα πάντα όλα. Στο βάθος η μαμά μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι κρατούσε στην αγκαλιά της τη μπέμπα και της έλεγε γλυκόλογα. Η θεία πλησίασε κοντά τους  φίλησε τη μαμά και χάιδεψε το μικρό πιθηκάκι. Εγώ όσο και να μου φώναζαν είχα μαρμαρώσει στη μέση του θαλάμου και δεν κουνιόμουν ρούπι.

Ξαφνικά από μπροστά μου πέρασε μια πανέμορφη κοπέλα ντυμένη στα άσπρα κι αυτή που κρατούσε ένα μπωλ με σοκολατάκια τυλιγμένα σε ασημόχαρτο. Αμέσως μου τράβηξαν την προσοχή και την περιέργεια. Το στομάχι μου άρχισε να γουργουρίζει λιχούδικα. Η νοσοκόμα μου πρόσφερε ευγενικά ένα από τα γλυκάκια και άρχισα να το ξετυλίγω βιαστικά. Όμως δεν έπαψα να την καρφώνω με το βλέμμα μου το πονηρό. Ξαφνικά ένα λίγωμα πλημύρισε το στήθος μου και ένιωσα τα μάγουλά του να καίνε. Έγινα κατακόκκινος σν παντζάρι. Εκείνη κάτι πρέπει να κατάλαβε γιατί λίγο πριν φύγει από τον θάλαμο μου τσίμπησε απαλά το μάγουλο και χαμογελώντας μου έκλεισε το μάτι. Είχε βγει έξω στο διάδρομο μα εγώ συνέχισα να την βλέπω και να την κοιτάζω.     

Άκουγα πάλι τη μαμά να με φωνάζει. Έτρεξα και ρίχτηκα με παράπονο στην αγκαλιά της. Παραλίγο να με πάρουν τα κλάματα μα συγκρατήθηκα. Ίσως να βγήκε μέσα από τα σπλάχνα μου μόνο ένας μικρός ανεπαίσθητος λυγμός. Είχα μέρες να την δω και να ακούσω τη φωνή της και φοβήθηκα ότι δεν θα την ξανάβλεπα. Γι’ αυτό και τα βράδια έβλεπα άσχημα όνειρα και δεν κοιμόμουν καλά. Μείναμε αρκετοί ώρα  αγκαλιασμένοι. Μου μιλούσε γλυκά και μου χάιδευε τα μαλλάκια μου. Κάποια στιγμή η θεία είπε ότι έπρεπε να φύγουμε. Αύριο θα ερχόμασταν ξανά. Τώρα η μαμά έπρεπε να ξεκουραστεί. Όμως εγώ δεν ήθελα να φύγω. Αν ήταν στο χέρι μου θα έμενα για πάντα μέσα σ’ αυτό το λευκό δωμάτιο. Όμως  δεν έπαιρνα εγώ τις αποφάσεις. Την φίλησα και βγήκα πάλι στον σκοτεινό διάδρομο. Τότε θυμήθηκα την όμορφη νοσοκόμα. Κοίταξα τριγύρω μα δεν την είδα πουθενά.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι οι εργάτες δούλευαν ακόμα. Το κομπρεσέρ είχε σπάσει όλο το πεζοδρόμιο και έμπαινε στον μακρόστενο διάδρομο. Είχε γεμίσει ο τόπος από λακκούβες χώματα και πέτρες και η σκόνη έφτανε μέχρι το ταβάνι. Κοβόταν η αναπνοή μου και  μια άσχημη οσμή έβγαινε απ’ τον σπασμένο υπόνομο. Πιο μέσα στο σαλόνι όλα ήταν ήρεμα όπως κάθε μέρα. Η γιαγιά καθισμένη στην αναπαυτική της πολυθρόνα ήταν ντυμένη πάντα με μαύρα ρούχα και δεν έλεγε  παραμύθια. Η αδερφή μου η μπουμπού μπουσούλαγε στο πάτωμα φορώντας ένα κίτρινο ολόσωμο φορμάκι και έπαιζε με τις κούκλες της. Εγώ καθόμουν ζαρωμένος στη γωνιά μου και κοιτούσα. Δεν μου έδιναν καμία σημασία σαν να μην υπήρχα ή σαν να ήμουν αόρατος. Στην κουζίνα η κοπέλα με τα άσπρα σοβαρή και αγέλαστη ετοίμαζε το φαγητό και η μαμά κουβέντιαζε με τη θεία μα δεν μπορούσα να ακούσω τι λένε. Απ’ έξω ο θόρυβος δυνάμωνε και η σκόνη με έπνιγε.

Όμως από τη γωνιά μου τα έβλεπε όλα. Το μεγάλο τρυπάνι είχε κομματιάσει το πωρ μαντώ και τον καθρέφτη. Έσπασε και τις έντεκα γλάστρες της μαμάς με τα όμορφα σπαθιά. Πλησίαζε επικίνδυνα και τίποτα δεν μπορούσε να το σταματήσει. Έβαλα τις φωνές κι έδειξα με το χέρι μου προς την είσοδο. Προσπάθησα να τις προειδοποιήσω μα κανείς δεν με άκουγε. Για να γλυτώσω κρύφτηκα κάτω από την πολυθρόνα της γιαγιάς ανάμεσα στα ασπριδερά της μπούτια και τις μπεζ καλτσοδέτες που φτάνανε μέχρι το γόνατο. Φύγε από δω γιατί θα το πω στον πατέρα σου. Μου φώναξε αγριεμένη που την τσιμπούσα και την χάιδευα μα εγώ συνέχισα το βιολί μου. Δεν σταματούσα με καμία δύναμη μέχρι που το κομπρεσέρ μπήκε  στο σαλόνι και τα έκανε όλα χίλια κομμάτια. Κι εκείνη μαζί.

Το βράδυ που γύρισε ο πατέρας από τη δουλειά η κοπέλα με τα άσπρα του τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Με κάθε λεπτομέρεια. Τότε εκείνος νευρίασε. Έβγαλε απ’ το παντελόνι του τη δερμάτινη ζωστήρα και με χτύπησε δυνατά στα πόδια. Δεν έτρεξα να κρυφτώ ούτε προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Ούτε έκλαψα. Μόνο συνέχισα να τον κοιτάζω κατ’ ευθείαν στα μάτια. Ήταν η τρίτη φορά που τον έδερνε. Και η τελευταία. 

 

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Η ΚΡΑΥΓΗ

Έπινε το ούζο της στο καφενείο της πλατείας καπνίζοντας. Σκέτο με λίγο νερό για να θολώνει τις υποψίες των κακεντρεχών. Εγώ καθόμουν παραδίπλα σε ένα παγκάκι και χάζευα την ερημιά της λευκής νύχτας. Ήμουν το ραντάρ της ανησυχίας. Η πανσέληνος ήταν λαμπερή και ο ουρανός καθαρός και ασυννέφιαστος. Κάθε τόσο έριχνα κάποια ματιά προς το μέρος της μήπως άλλαξε κάτι. Όχι. Τίποτα το διαφορετικό. Παρέμενε παγωμένη και αμετακίνητη όλη την ώρα. Ήταν γύρω στα εξήντα. Δίπλα της είχε μια καφέ δερμάτινη βαλίτσα παλαιού τύπου. Σαν να πήγαινε σε κάποιο μακρινό ταξίδι χωρίς επιστροφή. Σε άλλη ήπειρο. Μπορεί και στον νότιο πόλο. Στις παγωμένες θάλασσες. Ή να γύριζε απ’ τον αλαλαγμό κάποιας μακρινής κουραστικής μέρας. Το βλέμμα της ήταν νωθρό και χαζεμένο. Όχι απλά και μόνο από το πιόμα. Είναι λεπτό το ζήτημα και θέλει προσοχή. Σε τέτοια θέματα δεν πρέπει να ‘μαστε επιπόλαιοι μα ούτε και άσπλαχνοι. Κοιτούσε κι αυτή με τρόπο το ολόγιομο φεγγάρι σε πλήρη στύση.

Κάποια στιγμή ένας νεαρός ξετρύπωσε από το πουθενά. Την πλησίασε τρεκλίζοντας και κάτι της είπε ψιθυριστά. Ίσως κάποια ανομολόγητη επιθυμία του να συνευρεθούν ερωτικά. Ίσως για κάποια αδήριτη ανάγκη του που δεν σήκωνε αναβολή κι έπρεπε να ικανοποιηθεί αμέσως. Αυθωρεί και παραχρήμα. Οι νυχτερινοί πόθοι της σάρκας δεν είναι παίξε γέλασε. Το κορμί τρέμει ολόκληρο και ζητάει τα δικαιώματά του. Επαναστατεί ενάντια σε κάθε μορφή κανονιστικής ηθικής που προσπαθεί να ρυθμίσει τη συμπεριφορά μας. Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους. Για πρεζόνι τον έκοψα που είχε ξεμείνει μέσα στη βαριά του χαρμάνα. Όμως εκείνη δεν ταράχτηκε. Διατήρησε την ψυχραιμία της. Μέσα στην νηφάλια μέθη της έβλεπε τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση. Σίγουρα έπραξε κατά συνείδηση. Έβγαλε απ’ την τσέπη της  ένα χαρτονόμισμα και του το ’δωσε χαμογελώντας. Ο νεαρός δεν μίλησε. Δεν είπε καν ένα ευχαριστώ έστω για τους τύπους. Μόνο απομακρύνθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση και χάθηκε από τα μάτια μας. Το στενό μας οπτικό πεδίο. Εμένα δεν μου έδωσε καν σημασία. Ούτε μία τόσο δα. Σαν να μην υπήρχα. Έξυπνο παιδί. Κατάλαβε πως ήμασταν ομοιοπαθείς. Ένας αργόσχολος κι εγώ δίχως σκοπό και μέλλον στη ζωή. Ένας χαμένος και μισός που ψάχνει κάποια δόση. 

Η νύχτα κυλούσε αργά και ύπουλα. Η ώρα περνούσε αργά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για βιασύνη. Αγαπούσαμε την νωχέλεια και την βραδύτητα. Ξαφνικά η γυναίκα πετάχτηκε όρθια σαν ελατήριο και έφυγε. Κυρία ξεχάσατε τη βαλίτσα σας. Της φώναξα μα δεν μ’ άκουσε συνεχίζοντας με γοργό βήμα το δρόμο της. Πήγα στο τραπέζι της και τη σήκωσα στο χέρι. Ήταν πολύ ελαφριά. σαν να μην είχε τίποτα μέσα. Σαν να ήταν άδεια. Τη βαλίτσα σας κυρία. Ξαναφώναξα μα ήταν άδικος κόπος. Ούτε καν γύρισε να κοιτάξει. Την πήρα από πίσω. Όμως περπάταγε γρήγορα και δεν μπορούσα να την φτάσω. Προσπαθούσα τουλάχιστον να μην τη χάσω από τα μάτια μου. Τότε ακούστηκε μέσα στην ερημιά της νύχτας ένα βροντερό γυναικείο γέλιο που με συγκλόνισε και με τάραξε συθέμελα. Δεν ξέρω πού έβρισκε το αστείο μα ερχόταν από το σιντριβάνι. Κοίταξα τριγύρω μα δεν είδα κανέναν. Μου φάνηκε μόνο ότι ένα από τα φτερωτά λιοντάρια μού χαμογέλασε πονηρά μα δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Η γυναίκα έφευγε μπροστά μου και δεν ήθελα να τη χάσω από τα μάτια μου ούτε για μια στιγμή. Την ακολουθούσα σχεδόν τρέχοντας ώσπου φτάσαμε στο μόλο. Παντού ερημιά. Προπορευόταν γύρω στα διακόσια μέτρα όταν έφτασε στην άκρη της θάλασσας. Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε για τελευταία φορά το ολόγιομο φεγγάρι που καθρεπτιζόταν στη μαύρη επιφάνεια. Έβγαλε μία κραυγή που έσκισε στα δύο την ησυχία της νύχτας κι αμέσως μετά βούτηξε μέσα. Έτρεξα στο σημείο που έπεσε και κοίταξα κάτω στο νερό. Περίμενα το σώμα της να ξαναβγεί επάνω. Να δώσει μάχη να κρατηθεί στη ζωή. Να ουρλιάξει ξανά. Να φωνάξει βοήθεια. Ίσως να ήξερε καλό κολύμπι. Ποιος ξέρει. Μπορεί να ήταν απλά ένα ατύχημα. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ίσως να σκάλωσε σε τίποτα σίδερα ή αλυσίδες στο βυθό. Να βρήκε καταφύγιο και απάγκιο μέσα σε κάποιο παλιό και ξεχασμένο ναυάγιο. Ποιος ξέρει. Ίσως.

Άναψα τσιγάρο. Περίμενα κάνα τέταρτο αναποφάσιστος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Εξαρχής βέβαια ούτε λόγος να βουτήξω και εγώ στα νερά προσπαθώντας να την σώσω ή τουλάχιστον να βρω το χαμένο πτώμα. Έχω χρόνια να μπω στη θάλασσα κι αν δεν πνιγόμουνα μαζί της σίγουρα θα άρπαζα κάποια βαριά πούντα ή ακόμα χειρότερα μια βαρβάτη πνευμονία. Επικίνδυνα πράγματα για την ηλικία μου. Δεν θα το διακινδύνευα. Δεν θα ‘παιρνα τόσο μεγάλο ρίσκο για να μου πούνε μπράβο. Έτσι κι αλλιώς ουδέποτε υπήρξα αλτρουιστής και ή θα με άρχιζε στα μπινελίκια. Φαινόταν ζόρικη. Είχε πάρει τη συνειδητή και ορθολογική  απόφασή της και οποιαδήποτε αναβολή θα της ήταν οδυνηρή. Με κανένα τρόπο δεν θα ήθελα να βλάψω έναν συνάνθρωπό μου. Να φωνάξω πάλι την αστυνομία μπορεί να έμπλεκα με ταλαιπωρίες και ανακρίσεις. Και αν δεν έβρισκαν το πτώμα να με περνούσαν για μουρλό και να με κατηγορούσαν για παραπλάνηση των οργάνων της τάξης και διάδοση ψευδών ειδήσεων. Ή να έβαζαν με το φτωχό τους το μυαλό ότι εγώ την έσπρωξα στη θάλασσα. Κι ύστερα άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Όχι. Ανέκαθεν τους μπάτσους δεν τους εμπιστευόμουνα. Καλά και όμορφα παιδιά αλλά από μακριά κι αγαπημένα. 

Είχα ακόμα μέσα στα αυτιά μου την απελπισμένη της κραυγή κι εκείνο το απόκοσμο γέλιο στην πλατεία. Μετά άρχισαν να βουίζουν χιλιάδες ζωηρά τζιτζίκια. Θέλησα κι εγώ να φωνάξω για να εκτονωθώ μα το μετάνιωσα. Ακόμα ήταν πολύ νωρίς και δεν υπήρχε σοβαρός λόγος. Ίσως κάποια στιγμή αργότερα. Ίσως μετά από χρόνια εδώ στον μόλο στο ίδιο σημείο κάτω από μια άλλη ολόφωτη πανσέληνο. Πέταξα τη γόπα στη θάλασσα και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Βαστούσα σφιχτά τη βαλίτσα στο χέρι και με έτρωγε η περιέργεια να δω τι έχει μέσα. Θα την άνοιγα στο σπίτι. Και κατόπιν θα σκούπιζα απαλά το δάκρυ των πραγμάτων της.   


Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 11

Η μεγαλύτερη απάτη είναι το κυνήγι της ευτυχίας.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν παρά μόνο

μικρές και μεγάλες δυστυχίες.

                                                     Λουί-Φερντινάν Σελίν

Μέσα σε μια μέρα μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ζωή. Ακόμα κι αν δεν πρόκειται για την τελευταία σου. Αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα. Γιατί όλα πάντα ρέουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συνήθως κόντρα στον άνεμο. Ακόμα και το περπάτημα στο δρόμο γίνεται με δυσκολία. Η τύχη σε παρασέρνει εκεί που θέλει αυτή. Παραπατάς συνέχεια κι όμως δεν πέφτεις αλλά συνεχίζεις την πορεία σου. Έστω και χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Μόνο για την χαρά του ταξιδιού.

Μέσα σε μια μέρα λοιπόν γίνανε όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά. Για την ακρίβεια μέσα σε δεκαεπτά ώρες δέχτηκα ισάριθμα αναπάντεχα και αδυσώπητα χτυπήματα από τη συφοριασμένη μου μοίρα. Κι όμως άντεξα και βγήκα από το ρινγκ νικητής. Ματωμένος και καταχτυπημένος μα με το κεφάλι ψηλά. Κοίταξα και πάλι περήφανα τον ήλιο γιατί θα ξεκινούσε άλλη μια καινούργια όμορφη μέρα. Μέσα στην αιώνια επανάληψή της η ζωή άρχιζε και πάλι από την αρχή. Γιατί όλοι μας έχουμε δικαίωμα σε μια ακόμα ευκαιρία.                                                            

*Το βιβλίο με τίτλο «Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ» είναι το τελευταίο μέρος μιας άτυπης τριλογίας της μοναξιάς που αποτελείται από δεκαεπτά διηγήματα (σπονδυλωτό μυθιστόρημα) και αφιερώνεται για άλλη μια φορά στους μοναχικούς σημαδιακούς και αταίριαστους. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2026 πάντα μόνο για φίλους.