Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

ΡΙΑΛΙΤΙ

   Η πρόταση στριφογύριζε συνέχεια στο κεφάλι του. Στο τέλος δέχτηκε. Δεν είχε και τίποτα να χάσει, οι γιατροί δεν του έδιναν πολύ ζωή ακόμα, ήδη είχαν αρχίσει οι έντονοι πόνοι. Αποδέχτηκε το τετελεσμένο γεγονός με ψυχραιμία. Όχι πως δεν φοβόταν, απλά δεν πίστευε σε μεταθανάτιες ιστορίες και άλλα τέτοια παραμύθια και αυτό κάπως δυσκόλευε τα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, πενήντα χρόνια δεν είναι ούτε πολλά, ούτε και λίγα.
   Για την γυναίκα του δεν νοιαζόταν, χρόνια χωρισμένοι, όταν θα το μάθαινε μπορεί και να χαιρόταν. Ούτε φίλους καλούς είχε πλέον για να τον κλάψουν, ούτε με παλιούς συναδέλφους είχε κρατήσει επαφή. Σιγά σιγά έπαψε να είναι διαθέσιμος και αποτραβήχτηκε μακριά απ’ όλους. Όσο για τους λοιπούς συγγενείς, ούτε στο κηδειόχαρτο δεν χωράγανε, στο διάολο όλοι τους.
   Μόνο την κόρη του σκεφτόταν, παρόλο που την έβλεπε αραιά και που. Μάλιστα,  την τελευταία φορά της είχε πει μεθυσμένος πως η μάνα της έφταιγε που ήθελε να την κρατήσει. Ένα ατύχημα ήταν, μια απροσεξία, η έξαψη της στιγμής, ένα τράβηγμα που την τελευταία στιγμή ματαιώθηκε. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Ποτέ δεν συγχώρεσε τον εαυτό του γι’ αυτό. Αυτή δεν του απάντησε, ούτε ένα «άντε και γαμήσου» ή ένα φτύσιμο στα μούτρα που του άξιζαν. Μόνο στιγμιαία τα μάτια της γέμισαν νερά, του γύρισε απότομα την πλάτη και έφυγε. Γι’ αυτήν τουλάχιστον, ο θάνατός του θα ήτανε χρήσιμος.
   Η ιδέα ήταν φρέσκια ακόμα–δεν είχαν γυριστεί πολλά επεισόδια- και οι  παραγωγοί έψαχναν εναγωνίως  σε νοσοκομεία και κλινικές για εθελοντές, με το αζημίωτο πάντα. Καρκινοπαθείς, σχιζοφρενείς, κατάκοιτοι και αυτοκτονικοί,  όλοι τους επιθυμητοί. Κι ο ίδιος δεν είχε παράπονο. Πληρώθηκε καλά και προκαταβολικά -πως αλλιώς- και έτρεξε να καλύψει  και τις τελευταίες του υποχρεώσεις. Δεν του άρεσε να αφήνει εκκρεμότητες,  ήταν πάντα σε όλα του τυπικός.
   Μέχρι και απ’ το γραφείο κηδειών πέρασε. Οι υπάλληλοι είχαν έμειναν άγαλμα, μ’ ανοιχτό το στόμα. Μα πιο πολύ ξαφνιάστηκαν όταν τους ζήτησε να μην τυπώσουν κηδειόχαρτα –έτσι τελικά αποφάσισε- δεν θα προσκαλούσε κανέναν στην κηδεία του. Ακόμα και η κόρη του ήθελε να το μάθει απ’ τον δικηγόρο του κατόπιν εορτής. Ούτε παπάδες και ψαλμωδίες ήθελε - απαιχθανόταν τα κεριά και τα λιβάνια- ούτε σταυρούς και ταφόπλακες. Απ’ το σπίτι κατ’ ευθείαν  στον ξερό λάκο, άκλαφτος και αδιάβαστος, αυτός ο ασήμαντος κανένας, ένα εύγευστο μεζεδάκι για τα σκουλίκια.
   Θα το έδειχναν στη νυχτερινή ζώνη, μετά τις δώδεκα, ακατάλληλο για ανήλικους, ερωτευμένους και τους λίγους ακόμα ευτυχισμένους. Και για την κόρη του. Όμως, όχι σε κάποιο ψυχρό στούντιο ή σ’ ένα λευκό δωμάτιο νοσοκομείου. Ο όρος ήταν απαράβατος. Στο πατρικό του σπίτι, εκεί που γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέρασε όλη του τη ζωή.
   Είχε γίνει μεγάλη διαφήμιση και η ακροαματικότητα άγγιζε το απόλυτο. Η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη. Το κοινό διψούσε για αίμα. Είχε γίνει και γκάλοπ, τα κινητά πήραν φωτιά, χιλιάδες τα μηνύματα, ψήφισαν πως. Υδροκυάνιο με καλαμάκι ή πιστόλι στο στόμα. Προσωπικά, δεν τον ένοιαζε, θα είχε ένα χρήσιμο θάνατο.
   Ήταν όλα έτοιμα. Η κάμερα στημένη απέναντί του, ο σκηνοθέτης καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα κι αυτός  ήρεμος στο κρεβάτι. Το κοινό ήθελε με πιστόλι, διψούσε για αίμα. Αυτός ψύχραιμος και γελαστός.
   Τελευταίες οδηγίες. Η κάμερα λίγο πιο πάνω και ζουμ πίσω του στον τοίχο. Αποχαιρετισμός του κοινού, ευχές για υγεία, μακροημέρευση και ευτυχία. Το όπλο στο στόμα με την κάνη προς τα πάνω. Λάμψη και κρότος και αυτός ασάλευτος να κοιτά με έκπληξη τους θεατές.
   Η κόρη τελικά το έμαθε έγκαιρα –είδε την εκπομπή- και έθαψε τον πατέρα. Αυτή και το γραφείο τελετών μόνο. Όσο για το ριάλιτι, για κάμποσο καιρό έγινε της μόδας και μπήκε σε τροχιά θριάμβου. Ώσπου το κοινό χόρτασε από αίμα.

*Πρώτη δημοσίευση Οδός Πανός τχ.141 Ιουλ-Σεπ 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου