Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΔΙΑΣΗΜΟΣ

Ήταν ένας μικρός και ασήμαντος άνθρωπος, δίχως μεγαλεπήβολα σχέδια, ούτε ιδιαίτερες απαιτήσεις από τη ζωή. Σχολείο πήγε με το ζόρι μέχρι το δημοτικό, δεν έπαιρνε τα γράμματα. Ούτε κάποια τέχνη έμαθε. Βγήκε ανειδίκευτος στο μεροκάματο σε αγγαρείες και δουλειές του ποδαριού. Οικοδομές, ασφαλτοστρώσεις, φορτοεκφορτώσεις και άλλες χειρωνακτικές, χαμάλης για τον επιούσιο. Έμεινε στην μικρή πόλη μαζί με τους γονείς του, μέχρι που πέθαναν. Ήταν μοναχοπαίδι, τουλάχιστον του έμεινε το σπιτάκι. Στα νιάτα του δυο τρεις φορές παραλίγο να παντρευτεί, μα την τελευταία στιγμή κάτι γινόταν και το συνοικέσιο χάλαγε. Άτυχος, αν και όμορφος άντρας, ξανθός με γαλανά μάτια, μα ελαφρούτσικος στη σκέψη και κάπως κενός και άτσαλος, ανεκπαίδευτος στα συναισθήματα. Τελικά, η έμπειρη προξενήτρα, φίλη της μητέρας του, σήκωσε τα χέρια ψηλά, παραιτήθηκε από κάθε περαιτέρω προσπάθεια. Απ’ τον καημό τους για τον ανεπρόκοπο πήγαν οι δικοί του, είπαν οι συγγενείς και κάποιοι γνωστοί. Εκείνοι δεν κινδύνευαν να τους βρει το κακό, ήταν καλοί νοικοκυραίοι και τα παιδιά τους συνετά και μετρημένα, τους έμοιαζαν. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, μοναχικά, απλά και μονότονα. Χαμαλοδουλειά, καφενείο και ταβέρνα. Και η ερωτική του ζωή ανύπαρκτη ή σκοτεινή, θαμμένη στο ημίφως. Πολλά ακούγονταν και λέγονταν, λίγα γνώριζε ο κόσμος. Δεν το είχε δει ούτε ζωγραφιστό, κουτσομπόλευαν οι κακές γλώσσες. Πάντως εκείνος είχε κάνει κάποιες προσπάθειες. Μια δυο φορές είχε ανέβει τις απότομες σκάλες των μπουρδέλων, εκεί που τουλάχιστον τον ανέχονταν, με οικτρά όμως αποτελέσματα. Και κει δεν τα κατάφερε, αυτή η βρώμα είχε βγει.

Μέχρι που καβάλησε τα εξήντα και ξαφνικά η φάτσα του, αυστηρή, βλοσυρή και θυμωμένη, μοστράρισε στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων, αλλά και στα τηλεοπτικά δελτία των ειδήσεων. Για πολλές μέρες έγινε το πρώτο θέμα της επικαιρότητας. Πρώτη φορά διάσημος. Τον είχαν πιάσει στα πράσα με έναν ανήλικο να επιδίδεται σε ασελγείς πράξεις, είχε παιδοφιλικές τάσεις, είπαν, ήταν διεστραμμένος και ανώμαλος. Το παιδί ήταν μόλις εννιά χρονών. Το είχε ξεμοναχιάσει σε μια ερημική τοποθεσία στην άκρη της πόλης μέσα σε κάτι ψηλές καλαμιές, δίνοντάς του καραμέλες και σοκολάτες. Όμως, ήταν άπειρος και απρόσεχτος, δεν είχε ξανακάνει τέτοια πράγματα. Με τα πρώτα χάδια και αγκαλιές το αγόρι τρόμαξε και έβαλε τις φωνές. Το άκουσαν κάποιοι περαστικοί, έτρεξαν και κάλεσαν την αστυνομία, αφού πρώτα πήραν τον νόμο στα χέρια τους και τον ξυλοφόρτωσαν για να του γίνει από δω και στο εξής μάθημα, να μην το ξανακάνει. Παρόλο που δεν είχε προλάβει να κάνει κάτι, ίσως κάποιες ελαφριές και ασήμαντες θωπείες, ούτε παλιότερα υπήρξαν άλλες καταγγελίες. Ήταν η πρώτη του φορά και η τελευταία. Προφυλακίστηκε, μα στο δικαστήριο θα έπεφτε στα μαλακά, του είπε ο δικηγόρος, εφόσον είχε καθαρό ποινικό μητρώο και το αγόρι βρέθηκε ανέγγιχτο, δεν το είχε πειράξει. Ήταν η κακιά στιγμή, ο δαίμονας εαυτός που τον καβάλησε, ο διάβολος μέσα του, θα έλεγε στους δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς, στα όργανα του νόμου και της τάξης, και θα ζητούσε συγνώμη, δεν θα το ξανάκανε, δείχνοντας ειλικρινή μεταμέλεια. Έτσι, θα έτρωγε το πολύ δυο τρία χρονάκια με αναστολή και θα έβγαινε ελεύθερος στην κοινωνία, μεταμελημένος και πιο προσεκτικός. Κι ας τον κοιτούσαν πλέον όλοι στην πόλη με μισό μάτι. Ίσως και να πήγαινε για λίγο να μείνει κάπου αλλού, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, να χαθούν τα ίχνη του, μέχρι να ξεχαστεί το θέμα.

Όμως, οι τρόφιμοι των φυλακών είναι ηθικά στοιχεία και δεν συγχωρούν τόσο σοβαρά παραπτώματα. Όχι, στους ανώμαλους δεν χωράει καμία επιείκεια, στα αποτρόπαια τέρατα της φύσης, που είναι τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας. Σκέψου να γινόταν στο δικό σου παιδί, λένε, κι ας έχουν καταδικαστεί για χειρότερα εγκλήματα. Ούτε όμως  έχουν εμπιστοσύνη και στην επίσημη δικαιοσύνη, στους νόμους και στα ψηφίσματα του κράτους. Γι’ αυτό και κάποιες φορές, όποτε χρειάζεται και μπορούν, παίρνουν οι ίδιοι τον νόμο στα χέρια τους, μόνο αυτοί που έχουν φάει τη ζωή με το κουτάλι ξέρουν να δικάζουν και να τιμωρούν. Τον λίντσαραν και τον σοδόμισαν με βαναυσότητα για συμμόρφωση και παραδειγματισμό, ενώ οι δεσμοφύλακες παραδίπλα έκαναν τα στραβά μάτια. Για να συνέλθει, έμεινε κάμποσο καιρό στο νοσοκομείο, αν και το θέμα δεν πήρε μεγάλες διαστάσεις, ούτε καν στα ψηλά των εφημερίδων. Φήμες μόνο κυκλοφόρησαν από άλλους κρατούμενους, ανυπόστατες και αδιευκρίνιστες, που όμως ουδέποτε επαληθεύτηκαν. Όταν ρωτήθηκε σχετικά ο διευθυντής των φυλακών, διέψευσε το γεγονός. Ήταν κατηγορηματικός. Δεν βρισκόμαστε πλέον στον μεσαίωνα, δεν γίνονται τέτοια βάρβαρα βασανιστήρια σήμερα, είναι όλα συκοφαντίες και ψέματα. Και ούτε καν ένορκη διοικητική εξέταση δεν διατάχθηκε να γίνει. Όχι ότι θα έβγαζε κάποιο πόρισμα της προκοπής. Έστω, μόνο για τα μάτια του κόσμου.  

Η συγκεκριμένη υπόθεση παιδοφιλίας δεν εκδικάστηκε ποτέ, έκλεισε γρήγορα και μπήκε κατ’ ευθείαν στο αρχείο. Μετά από λίγο καιρό, ο παιδόφιλος βιαστής βρέθηκε μέσα στο κελί του απαγχονισμένος με σκοινί γύρω απ’ το λαιμό. Δεν αποδείχθηκε αν ήταν αυτοκτονία ή δολοφονία, ούτε βρέθηκε κάποιο σημείωμα που ίσως θα εξηγούσε τους λόγους της απονενοημένης του πράξης.  Η αποτρόπαιη φωτογραφία του φιγουράρισε ξανά στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων και στα τηλεοπτικά δελτία των ειδήσεων. Κρεμάστηκε απ’ τις τύψεις, είπαν οι δημοσιογράφοι και οι αρμόδιες αρχές βιάστηκαν να συμφωνήσουν, επαυξάνοντας. Στην μικρή πόλη κανείς από όσους τον γνώριζαν δεν βγήκε να μιλήσει ούτε για τα θετικά του ούτε για τα αρνητικά του, μάλλον από σεβασμό στο νεκρό. Μόνο μια γριούλα γειτόνισσα ενενήντα χρονών, με οργωμένο πρόσωπο και καμπουριαστό κορμί, που γνώριζε την οικογένειά του και τον ίδιο από μικρό. Ήταν καλό παιδί, αλλά άτυχο, είπε. Θεός σχωρέστον. Τουλάχιστον, εκείνη του έδωσε κάποια ελαφρυντικά.  

Το άψυχο σώμα, το ταλαίπωρο κορμί, το θλιβερό σαρκίο πετάχτηκε στα αζήτητα του νεκροτομείου και κανείς δεν έμαθε ποιος το πήρε από εκεί.  Δεν έγινε τελετή ταφής, ούτε κλάφτηκε από κανέναν, απλά πετάχτηκε στον μεγάλο  λάκκο και σκεπάστηκε απ’ το σκληρό χώμα. Θάφτηκε χωρίς κόσμο, ψαλμωδίες και παπάδες. Και ούτε μάθανε ποτέ ποιος δημοσίευσε την αγγελία του θανάτου του στην προτελευταία σελίδα των τοπικών εφημερίδων, μαζί με τη φωτογραφία του. Να τους κοιτάζει όλους αυστηρός, βλοσυρός και θυμωμένος. Στα εξήντα του χρόνια.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου