Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το τελευταίο τριήμερο των αποκριών, στον τόπο που δοξαζόταν ο θεός καρνάβαλος, του τρελού κεφιού και της βακχικής μανίας, γινόταν κάθε χρόνο ο μεγάλος χαμός, βούλιαζε η πόλη απ’ τους εκδρομείς και τους επισκέπτες, κυρίως νέους ανθρώπους από την πρωτεύουσα και τις γύρω περιοχές. Όλοι έρχονταν για την μεγάλη κραιπάλη, τον απόλυτο διονυσιασμό, τον οξύ ερεθισμό των αισθήσεων, κι ας φώναζαν όσο ήθελαν οι παπάδες και οι άλλοι ηθικολόγοι για αμαρτίες και δαιμόνια, κανείς δεν τους άκουγε, κανείς δεν νοιαζόταν, κανείς δεν φοβόταν τα καζάνια της κόλασης και τις άλλες φοβερές τιμωρίες που περίμεναν τους αμαρτωλούς, κυρίως τους ερωτολάγνους και τους κίναιδους, έτσι μας απειλούσαν. Για την εκκλησία μας, ανέκαθεν, οι πόθοι και οι ανάγκες της σάρκας αποτελούσαν τα μεγαλύτερα και πιο σοβαρά αμαρτήματα. Οι σωματικές ηδονές απαγορεύονταν δια ροπάλου, ακόμα και το αθώο και άκακο μινάρισμα. Και φυσικά οι θεοσεβούμενοι ιερείς μας όλες αυτές τις διαβολικές δοκιμασίες τις είχαν υπερνικήσει. Έδιναν το καλό παράδειγμα, νοιάζονταν να σωθεί και το ποίμνιο.

Το πονηρό παιχνίδι παιζόταν από τον μόλο μέχρι το σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, κυρίως το τελευταίο σαββατόβραδο των αποκριών. Νεαρά αγόρια και κορίτσια στην πρώτη τους νιότη φιλιόντουσαν, αγκαλιαζόντουσαν, γδυνόντουσαν και γαμιόντουσαν στα κρυφά και στα φανερά, στις σκοτεινές γωνιές του παλιού λιμανιού ή μέσα στις δημόσιες τουαλέτες στους σταθμούς των τρένων και των λεωφορείων. Το αλκοόλ έρεε άφθονο στις φλέβες τους, μπύρα, ούζο και κυρίως μαυροδάφνη, όλοι τους μεθυσμένοι, πίτα ή σχεδόν, κατουρούσαν και ξερνοβολούσαν όπου έβρισκαν κι όπου προλάβαιναν. Κάποιες φορές σου έρχονταν στη μύτη και αναθυμιάσεις χασισιού και το γλυκό έδενε. Γινόταν της πουτάνας, γλέντι και τρελός χορός, στα μαγαζιά, μα πιο πολύ στους δρόμους, δεν μπορούσε να περάσει αυτοκίνητο, παντού γινόταν το αδιαχώρητο, η κυκλοφορία κοβόταν στη μέση, κάποιοι βιαστικοί οδηγοί γαμοσταύριζαν την γκαντεμιά τους και χτυπούσαν το κεφάλι τους στο τιμόνι. Η αστυνομία, τα ασθενοφόρα και τα νοσοκομεία διανυκτέρευαν και βρίσκονταν σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνες τις άγριες βακχικές νύχτες είχαν μπόλικη δουλειά να κάνουν. Τουλάχιστον, δεν είχαμε νεκρούς. 

Μέσα σ’ αυτόν τον τρελό χαμό, τον είδα για πρώτη φορά στο σταθμό των τρένων και τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, ήταν μαζί με φίλους του, φορώντας τη στολή ενός γκρουπ χωρίς καπέλο ή μάσκα, περιμένοντας τον προαστιακό να γυρίσει στο σπίτι. Ανήλικος μάλλον, πήγαινε ακόμα σχολείο, τέλειωνε το λύκειο. Μου άρεσε, ξεχώριζε απ’ τους υπόλοιπους, ήταν μελαγχολικός και όμορφος γιατί ήξερε, από πολύ νωρίς ήταν συνειδητοποιημένος. Εγώ στην ηλικία του δεν γνώριζα. Τον κάρφωσα κατάματα, επέμεινα, πλησίασα προς το μέρος του. Εκείνος αφού κατάλαβε, ανταποκρίθηκε αμέσως, χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά, με νόημα. Σίγουρα ρισκάριζε πολλά, αν κάτι έπαιρναν χαμπάρι οι φίλοι και η παρέα του. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκε τον κίνδυνο, δεν πήγε το μυαλό του εκεί. Μήπως οι άλλοι ήξεραν ή υποπτεύονταν και δεν είχε πρόβλημα; Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να ‘ναι προσεκτικός. Πάντως, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα, αστραπιαία, σχεδόν στιγμιαία. Παίξαμε μόνο με τα μάτια, το πρόσωπο και λίγη παντομίμα. Μεγάλη τόλμη, μα τίποτα περισσότερο. Μετά από λίγο ήρθε το τρένο και τα παιδιά φύγανε γελώντας και τραγουδώντας. Ο σταθμός άδειασε. Πήγα κι εγώ για να ψάξω τίποτε άλλο λίγο παραπέρα. Η νύχτα ήταν ακόμη μεγάλη και με εκπλήξεις για τους τολμηρούς. 

Μετά από δυο τρία χρόνια, τον ξαναείδα στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, στο πίσω μέρος, έξω από τις τουαλέτες, γύρω στις πέντε το πρωί, λίγο πριν να φέξει, την ώρα που γίνονται τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Στην αρχή δεν τον γνώρισα, δεν τον θυμήθηκα, δεν πήγε το μυαλό μου. Είχε μεγαλώσει. Πολύ αργότερα σκέφτηκα πως είναι εκείνο το παιδί, μα και πάλι δεν ήμουν απολύτως σίγουρος, δεν τον ρώτησα για να μου το επιβεβαιώσει, ούτε κι εκείνος μου είπε κάτι για κείνη τη βραδιά στο σταθμό των τρένων. Έτσι κι αλλιώς δεν είπαμε πολλά. Μόνο τον κάρφωσα ξανά με το ίδιο βλέμμα, την ίδια επιθυμία, του έκανα νόημα και κατέβηκα τα σκαλάκια των ουρητηρίων. Παραδόξως με ακολούθησε αμέσως, δεν το περίμενα, μεγάλη τόλμη. Κάτω στις ανδρικές τουαλέτες γινόταν ο χαμός. Ήταν όλες πιασμένες, σε κάποιες ξερνοβολούσαν, σε άλλες φασώνονταν, στους νιπτήρες κατάβρεχαν τις μάπες τους. Περιμέναμε τη σειρά μας. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και μου χαμογέλασε. Είναι γεμάτες, του είπα και αυτόματα το χέρι μου χούφτωσε τον κώλο του, για να μην παρερμηνεύσει τις προθέσεις μου. Τέτοιες δύσκολες ώρες δεν ήθελα παρεξηγήσεις μεταξύ μας, ήμουν ξεκάθαρος. Δεν αντέδρασε, δεν είπε τίποτα, παρέμεινε ψύχραιμος, χαμογελαστός και φουντωμένος. Τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια, όμορφος και μελαγχολικός. Στην πρώτη τουαλέτα που άδειασε χωθήκαμε μέσα και κλείσαμε την πόρτα.

Η ατσαλιά, η βρωμιά, τα πεταμένα χαρτιά, οι χρησιμοποιημένες καπότες, η δυσοσμία των σκατών και των ούρων δεν μας ένοιαξαν, δεν μας ενόχλησαν, ούτε καν τους δώσαμε σημασία. Απομονωθήκαμε από το περιβάλλον και τα αντικείμενα και συγκεντρωθήκαμε ο ένας στον άλλον. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα γύρω μας και ανάμεσά μας ικανό να μας αποσπάσει την προσοχή. Δεν έφερε καμία αντίσταση, αφέθηκε ολοκληρωτικά στην εμπειρία και την αυτοπεποίθησή μου. Τον στρίμωξα αμέσως στον τοίχο, κόλλησα πάνω του, σήκωσα τη μπλούζα του, κατέβασα το παντελόνι του και άρχισα να τον φιλάω στα χείλη, στο λεμό, στις ρώγες, παντού. Ήταν σκέτη κάβλα. Το δεξί μου χέρι χώθηκε μέσα στην νεανική του ακαλλιέργητη κωλοτρυπίδα. Του άρεσε. Αναστενάζαμε και βογγούσαμε μαζί, νιώθαμε σαν να είχαμε βρεθεί ξαφνικά στον παράδεισο, η ευτυχία ήταν απερίγραπτη. Είχαμε γίνει μία ψυχή, ένα σώμα, σαν σιαμαία. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η έκσταση, μάλλον λίγο, το πολύ κάνα τέταρτο, μα μου φάνηκε μια αιωνιότητα. Στο τέλος δεν αντέχαμε άλλο απ’ τον ερεθισμό, επειγόντως έπρεπε να εκτονωθούμε. Του ζήτησα ψιθυριστά στο αυτί να του τον βάλω λίγο, να τον γαμήσω, μα δεν ήθελε. Αρνήθηκε ευγενικά, μια άλλη φορά, είπε. Δεν ενοχλήθηκα, έδειξα κατανόηση, δεν καιγόμουν κιόλας, τα πιο σημαντικά είχαν γίνει. Γύρισα απ’ την άλλη και έχυσα με δύναμη το υγρό πυρ πιτσιλώντας την λεκάνη και το πάτωμα. Αμέσως τέλειωσε κι αυτός. Είχε ωραίο πούτσο και άτριχα μεγάλα αρχίδια.

Ανοίξαμε την πόρτα και βγήκαμε έξω. Είχανε φύγει όλοι, ήμασταν οι τελευταίοι. Πήγαμε στους νιπτήρες να πλυθούμε και να καθαριστούμε. Είπαμε και δυο κουβέντες. Συστηθήκαμε με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν τριτοετής φοιτητής γεωπονίας, σπούδαζε στην πρωτεύουσα, μα καταγόταν από εδώ. Για μένα δεν ρώτησε τίποτα, δεν είχε καμία περιέργεια να μάθει, είχε αδειάσει από υγρά και απλά ήθελε να βρεθεί το γρηγορότερο στο κρεβάτι του και στην ασφάλεια του σπιτιού του. Ίσως να ήταν η πρώτη του φορά, σκέφτηκα, γι’ αυτό και δεν ήθελε να τον γαμήσω, φοβόταν, δεν είχε άλλη ανάλογη εμπειρία. Ούτε πίπα μου πήρε, ίσως και να σιχαινόταν, ούτε ζήτησε. Αρκέστηκε στις αγκαλιές, τα χάδια και τα φιλιά ενός ώριμου άντρα. Δεν είχα κανένα παράπονο. Ένα αγνό εικοσάχρονο μελαχρινό αρρενωπό αγόρι στην αγκαλιά ενός πενηνταπεντάρη, ένα γνήσιο παιδί του έρωτα, τι άλλο να θέλεις απ’ τη ζωή σου. Εκεί τα δίνεις όλα. Ανεβήκαμε μαζί τις σκάλες, χαιρετηθήκαμε χωρίς περιττές και ψεύτικες υποσχέσεις και χωρίσαμε σαν δυο καλοί φίλοι.  Από πάνω μας ο σκοτεινός ουρανός άνοιγε και γινότανε γαλάζιος. Σε λίγο θα ξημέρωνε η καινούργια μέρα. Κι εγώ έπρεπε να πάω για ύπνο, να πέσω ξερός και ανάλαφρος στο κρεβάτι. Όπως κι εκείνος.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια από τότε, μα δεν τον ξαναείδα. Την μία και μοναδική φορά που βρεθήκαμε δεν αλλάξαμε τηλέφωνα και χαθήκαμε. Μόνο τα μικρά μας ονόματα είπαμε, με ειλικρίνεια, αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι βέβαιος για τίποτα. Δεν ξέρω καν που μπορεί να βρίσκεται. Σίγουρα θα έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο, ίσως να κάνει κάνα μεταπτυχιακό ή να εργάζεται στο εξωτερικό, ποιος ξέρει. Εγώ πάντως τον θυμάμαι συχνά με ευγνωμοσύνη και τον νοσταλγώ. Και κάθε αποκριά, εδώ στην πόλη του βακχικού θεού καρνάβαλου, τον περιμένω στον σταθμό των αστικών λεωφορείων, στο πίσω μέρος, έξω από τις τουαλέτες. Που κάνει κρύο, έχει υγρασία και μοσχοβολάει σπέρμα και κάτουρο.   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου