Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Η ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ

Εκείνη έμενε στον πρώτο όροφο, στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας, εγώ στο υπόγειο. Ας το πούμε έτσι, αφού είχα το πλεονέκτημα να βγαίνω στον ακάλυπτο από ολόδικιά μου ξεχωριστή πόρτα και να τον έχω για αυλή. Το κομμάτι που μου αναλογούσε το είχα οριοθετήσει αυστηρά με λουλούδια, φυτά και γλάστρες, είχα φτιάξει ένα μικρό κήπο, ενώ ανάμεσά τους οι γάτες και τα ποντίκια κυνηγιόντουσαν παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους με τις γνωστές πάντα τραγικές και ολέθριες συνέπειες. Καμιά φορά εμφανιζόταν και κάνα περιστέρι, ξεκουραζόταν για λίγο, έτρωγε σπόρια απ’ το τσιμέντο και μετά χανόταν ξανά ψηλά στον ουρανό. Όλο το ζωικό βασίλειο της πόλης στα πόδια μου. Είχα βγάλει έξω και ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες, αν και τις περισσότερες φορές, σχεδόν πάντα, καθόμουν μόνος, με το φόβο να μου πέσουν κατακέφαλα απ’ τα μπαλκόνια των επάνω ορόφων ρούχα, μπάλες, παιχνίδια, κιλότες, σουτιέν και ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Μια φορά είχε σκάσει ακριβώς δίπλα μου ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι γεμάτο με νερό και παραλίγο να μου ανοίξει το κεφάλι. Τους γαμοσταύρισα κανονικά αρχίζοντας τα μπινελίκια και τις χριστοπαναγίες, αν και δεν είδα από πού μου ‘ρθε, πρόλαβαν και κρύφτηκαν οι ξεφτίλες και ούτε μια συγνώμη δεν ζήτησαν. Πάντως, από κείνο το απόγευμα όλοι τους γίνανε πιο προσεκτικοί. Υπήρχε άνθρωπος από κάτω, πλέον το ήξεραν καλά. Οι καταραμένοι γειτόνοι μου.

Όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι της με χαιρετούσε. Συμπαθητική γυναίκα, αν και σπασμένη, γύρω στα εξηνταπέντε την έκανα, μα δούλευε ακόμα σκληρά, πάλευε για τον επιούσιο. Συναντιόμασταν συχνά στο διάδρομο και στην είσοδο της πολυκατοικίας και αλλάζαμε καλημέρες. Εκείνη πάντα με το ξεσκονόπανο, τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα στο χέρι, τα σύνεργα της εργασίας και του μεροκάματου. Κάθε τόσο έβγαινε και καθάριζε και τον ακάλυπτο από σκουπίδια και πεσμένα φύλα, έπλενε με το λάστιχο το τσιμέντο, πότιζε τις γλάστρες, αν και αυτό ήταν πέρα από τα καθήκοντά της, όμως αγαπούσε πολύ τα φυτά και τα λουλούδια, αλλά και τις γάτες που τάιζε. Έμενε μόνη της, όπως κι εγώ. Δεν είχα αντιληφθεί κάποιο άλλο πρόσωπο στη ζωή της, ούτε να δέχεται επισκέψεις από συγγενείς, φίλους ή γνωστούς. Συνήθως το μπαλκόνι της στον πρώτο όροφο έμενε σκοτεινό και έρημο. Ίσως πάλι να είχε κάποια δεύτερη μυστική ζωή και απλά δεν ήθελε να δίνει λαβές για κουτσομπολιά και για σχόλια από τους γείτονες και τους περίοικους, ποιος ξέρει. Πάντως, δεν ήξερα τίποτα για κείνη, δυο τυπικές κουβέντες είχαμε ανταλλάξει όλες κι όλες, μάλλον από ευγένεια. Από την άλλη ντρεπόμουν να ρωτήσω τον διαχειριστή, ένα ξερακιανό, καλόβολο και κοτσονάτο γεροντάκι, μη μπουν περίεργες και πονηρές ιδέες στο έμπειρο μυαλό του. Βέβαια, ήταν σοβαρός και μετρημένος άνθρωπος, μικροαστός παλαιάς κοπής, δεν φαινόταν για κουτσομπόλης, μα πλέον η ζωή με είχε διδάξει να φυλάγομαι απ’ τις κακοτοπιές, να προσέχω και να έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα. Είχα γίνει με όλους πολύ καχύποπτος, σε βαθμό παράνοιας, μα δεν είχα κι άδικο.  

Τελευταία, η κυρία κατέβαινε συχνά στον ακάλυπτο και φρόντιζε ένα μικρό ολομόναχο ασπρόμαυρο γατάκι που το είχε παρατήσει η μάνα του. Το κακόμοιρο φαινόταν άρρωστο, δίχως ζωντάνια και κέφι για παιχνίδι και ζωή. Του έβαζε νερό και τροφή και του χάιδευε στοργικά το κεφαλάκι. Με πραγματική συμπόνια, φαινόταν στο κουρασμένο και ρυτιδιασμένο της πρόσωπο. Του είχε φτιάξει και ένα μικρό σπιτάκι από σκληρό χαρτόνι για να προστατεύεται από τη βροχή και το κρύο, του είχε βάλει μέσα και μια μικρή κουβέρτα. Με τον καιρό το πλασματάκι πήγαινε καλύτερα, έπαιρνε τα πάνω του, η υγεία του βελτιωνόταν, όπως και η διάθεσή του για αταξίες και ζαβολιές. Η καθαρίστρια χαιρότανε. Μου είχε πει να έχω κι εγώ το νου μου, να προσέχω μη το πειράξει καμιά μεγαλύτερη γάτα, ήταν εύκολος στόχος. Πρόσεχα, μέχρι που μια μέρα το γατάκι εξαφανίστηκε και δεν ξαναφάνηκε. Εκείνη ήταν απαρηγόρητη, το μυαλό της πήγε αμέσως στο κακό, ότι το έρμο ψόφησε ή με κάποιο τρόπο βγήκε στο δρόμο και το πάτησε κάποιο αυτοκίνητο. Μάταια το αναζήτησε στη γειτονιά και τη γύρω περιοχή, έψαξε και στους κάδους απορριμμάτων, δεν το βρήκε πουθενά, ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο. Αν το έβλεπε κάπου, σίγουρα θα το αναγνώριζε. Έπρεπε να το είχε πάρει στο διαμέρισμά της, μονολογούσε, εκεί θα ήταν πιο ασφαλές. Ή να το πάει στον κτηνίατρο, μα δεν τις περίσσευαν τα χρήματα. Την λυπήθηκα την κακομοίρα, φαινόταν πολύ στενοχωρημένη. Προσπάθησα να την παρηγορήσω, να τις δώσω ελπίδες ότι ζει, είναι μια χαρά και έχει επιστρέψει στους δικούς του, διαφορετικά κάπου θα το είχε πετύχει. Πάντως, εκείνη είχε κάνει το καθήκον της και ότι καλύτερο μπορούσε, γι’ αυτό και έπρεπε να έχει τη συνείδησή της ήσυχη. Με ευχαρίστησε για τα καλά μου λόγια και μου έπιασε το χέρι σφιχτά. Τα μάτια της ήταν υγρά και κόκκινα. Σίγουρα το αγαπούσε πολύ, σαν παιδί της.

Από τότε κατέβαινε συχνά τα απογεύματα στον ακάλυπτο, τάιζε τις άλλες γάτες και κατόπιν της έφτιαχνα καφέ και κουβεντιάζαμε. Όμως το μάτι της ήταν πάντα ανήσυχο, γεμάτο αγωνία, κοιτάζοντας τριγύρω μη και φανεί το μικρό γατάκι, δεν μπορούσε να το ξεχάσει, να το βγάλει απ’ το μυαλό της. Συνήθως λέγαμε χαζομάρες για να περάσει η ώρα, συνηθισμένα πράγματα, για τον καιρό, την πολιτική, την ακρίβεια της αγοράς. Σχολιάζαμε την επικαιρότητα, μέχρι να σκοτεινιάσει, να κουραστούμε και απ’ την πάρλα και να πάμε στα σπίτια μας να κοιμηθούμε. Ειδικά εγώ που ήμουν αργόσχολος και βαριόμουνα τη ζωή μου κι εκείνη την εποχή έκανα αποχή από τις τσάρκες και τα νυχτοπερπατήματα, είχα σταματήσει τις βραδινές εξόδους και την κοινωνική ζωή γενικότερα. Έκανα τις κλειστές μου, είχα γίνει σπιτόγατος, είχα βαρεθεί τα πάντα και δεν είχα όρεξη για τίποτα. Πιο πολύ μιλούσε εκείνη, εγώ απλώς άκουγα. Φαινόταν έξυπνη και καπάτσα γυναίκα, περπατημένη στη ζωή, που δύσκολα μπορούσες να την γελάσεις, διαβόλου κάλτσα. Είχε και την πλάκα της, όταν γινόταν πολύ παραστατική, κουτσομπολεύοντας τους γειτόνους και τους άλλους ένοικους της πολυκατοικίας, πάντα καλοπροαίρετα. Γνώριζε πρόσωπα και πράγματα με λεπτομέρειες, αν και συνήθως δεν ήθελε να τους εκθέτει. Άγνωστο πώς τα ήξερε όλα αυτά. Υπήρχαν και στιγμές που γελούσαμε με την ψυχή μας. Πάντως φαινόταν καλή ψυχή. Για μένα, για τα προσωπικά μου δεν με είχε ρωτήσει τίποτα, αν δουλεύω, αν έχω οικογένεια. Το γεγονός αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ίσως φοβόταν μη την παρεξηγήσω. Μα κι εγώ απέναντί της ήμουν εξίσου προσεχτικός και πολύ διακριτικός, δεν τις έκανα δύσκολες ερωτήσεις, παρόλο που με έτρωγε η περιέργεια. Ας μέναμε δυο γνωστοί άγνωστοι, άλλη μια ρηχή και επιφανειακή γνωριμία, όπως τόσες, οι περισσότερες, και τι έγινε. Μέχρι που ένα σαββατιάτικο απόγευμα, ποιος ξέρει γιατί, τι την έπιασε, τι έπαθε, μου τα ξεφούρνισε η ίδια χωρίς να την τσιγκλήσω.

Η καταγωγή της ήταν από ένα χωριό της περιοχής, μα έφυγε από μικρή για να αναζητήσει τη μοίρα της, αρχικά εδώ, στη μικρή επαρχιακή πόλη, και κατόπιν στην πρωτεύουσα όπου έμενε μια ξαδέρφη της μάνας της. Ήταν δραστήρια κοπέλα, δεν την χωρούσε ο τόπος, μα δεν είχε τα κατάλληλα εφόδια να προκόψει. Κουτσά στραβά κατάφερε να τελειώσει το δημοτικό, αν και ήταν ξύπνια και τα έπαιρνε τα γράμματα, μα δεν βοηθούσαν οι περιστάσεις. Τουλάχιστον να σπούδαζε και να γινόταν δασκάλα ή νοσοκόμα, αυτά ήταν τα όνειρά της τότε. Δούλεψε σαν κλωστηρού σε διάφορα εργοστάσια, αλλά και σαν υπηρέτρια σε σπίτια, με τις τραγικές και ολέθριες πάντα συνέπειες. Όλοι ήθελαν να την εκμεταλλευτούν και να κάνουν τη δουλειά τους, την έβλεπαν απλά σαν μια τρύπα περιωπής, τίποτα περισσότερο. Ήταν πολύ όμορφη στα νιάτα της. Από παντού αναγκαζόταν να φύγει, ακόμα κι από τη θεια που την είχε περιμαζέψει τον πρώτο καιρό, αν και δεν μου εξήγησε το λόγο. Αναγκαστικά την τράβηξε η νύχτα που είχε περισσότερα λεφτά. Εκεί τουλάχιστον την γαμούσαν, μα και την πλήρωναν καλά. Και ήταν πάντα μόνη και ανεξάρτητη, κυρία του εαυτού της, δίχως νταβατζήδες και αγαπητικούς, χωρίς ενοχλητικούς μεσάζοντες. Δούλεψε στα καμπαρέ και στα μπαρ του μεγάλου λιμανιού, με ντόπιους αλλά και με ξένους, έβγαλε καλά λεφτά, που τα κράτησε και αγόρασε αυτό εδώ το διαμέρισμα. Δεν έμπλεξε με ουσίες, μόνο το κάπνισμα έχει για παρηγοριά, έπινε και λίγο κρασάκι να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Μια δυο φορές έμεινε έγκυος, μα δεν τα κράτησε τα παιδιά και δεν το μετάνιωσε. Δεν έκανε για μάνα και δεν ήθελε να βασανιστούν όπως εκείνη. Τουλάχιστον, γνώριζε καλά τον εαυτό της. Είχε αποφασίσει να βγάλει πέρα τη ζωή της ολομόναχη, όσο άντεχε και μπορούσε. Κατόπιν, όταν μεγάλωσε και πέρασε η μπογιά της, ξέπεσε στα μπορντέλα και  στα λαϊκά πορνεία τρίτης και βάλε κατηγορίας. Τώρα έχει αποσυρθεί από όλα αυτά και είναι μία απλή καθαρίστρια. Κανείς δεν γνωρίζει το ύποπτο παρελθόν της. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων μέσα στην πρωτεύουσα, την μεγάλη πόλη.

Δεν ξέρω γιατί μου τα εξομολογήθηκε όλα αυτά, πάντως όχι απλά για να περάσει η ώρα. Ίσως να την πνίγανε, να ήθελε κάπου να τα πει και να ξαλαφρώσει, να τα βγάλει από μέσα της, να τα ξεφορτωθεί. Και με εμπιστεύτηκε, αν και της ήμουν ένας άγνωστος και δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή μου, για το δικό μου ύποπτο και πονηρό παρελθόν. Πήρε το ρίσκο που της αναλογούσε και δεν φοβήθηκε μην την προδώσω, μη γελάσω με τα χάλια της, μην την εκβιάσω και εκμεταλλευτώ την αδυναμία της. Φταίει που όταν σουρουπώνει η μοναξιά και η απελπισία φουσκώνει, γίνεται τσουνάμι και σε πνίγει, τότε που όλες οι ματαιωμένες ελπίδες και προσδοκίες σου επιστρέφουν, σε βαραίνουν και πλακώνουν το στήθος σου μέχρι ασφυξίας κι είσαι έτοιμος να σκάσεις. Τότε είσαι ευάλωτος και απροστάτευτος και η ζωή σε πάει εκεί που θέλει αυτή χωρίς να σε ρωτήσει. Είσαι απλά ένα πεσμένο κίτρινο φυλλαράκι έρμαιο του παλιόκαιρου, των βροχών και των ανέμων, του άγριου χειμώνα που έρχεται. Μέχρι να θρυμματιστείς και να λιώσεις ή να σε σαρώσει η σκούπα κάποιου ευσυνείδητου οδοκαθαριστή με κίτρινο γιλέκο. Η μοίρα σου είναι προδιαγεγραμμένη, αποκλείεται να γλυτώσεις. Είσαι ένα άχρηστο σκουπιδάκι του δρόμου. Μάταια ελπίζεις και απορείς.     

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Μου πρότεινε να ανέβουμε στο διαμέρισμά της να μου κάνει το τραπέζι, με ότι πρόχειρο βρισκόταν και είχε μαγειρέψει απ’ το μεσημέρι. Ένιωθε υποχρεωμένη για τους τόσους καφέδες που της είχα φτιάξει και είχαμε πιει, ήθελε να ανταποδώσει, είπε, ίσως και γιατί κάθισα και την άκουσα με τόση υπομονή και κατανόηση, που με φόρτωσε με τα δικά της βάσανα, περασμένα μα όχι και λησμονημένα. Δέχτηκα, δεν ήθελα να της χαλάσω το χατίρι. Ανεβήκαμε πάνω. Το σπίτι της, ένα μικρό δυαράκι, ήταν ζεστό, λιτό και τακτοποιημένο, μόνο με τα απαραίτητα. Παρατήρησα ότι δεν υπήρχαν καθόλου φωτογραφίες, μόνο κάποια κάδρα στους τοίχους. Ήταν χαρούμενη, χαμογελούσε κι έλαμπε το πρόσωπό της, που μετά από πολύ καιρό έμπαινε ένας άνθρωπος στο σπίτι της. Έστρωσε το τραπέζι και φάγαμε, ήπιαμε κρασί και καπνίσαμε. Χαζέψαμε στην τηλεόραση μια κεφλίδικη εκπομπή με τραγούδια. Κουρασμένοι και ζαλισμένοι πέσαμε για ύπνο και κοιμηθήκαμε μαζί. Εκείνη μου το ζήτησε, θα ήταν αγένεια, ανανδρία και απανθρωπιά να της αρνηθώ. Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε πρώτη, έφτιαξε καφέ και μου τον έφερε στο κρεβάτι μαζί με μια ζεστή καλημέρα.   

Συνεχίσαμε κάθε τόσο να βρισκόμαστε στο σπίτι της, συνήθως τα σαββατόβραδα, γιατί την άλλη μέρα δεν δούλευε και δεν είχε να ξυπνήσει νωρίς. Μια δυο φορές την κατέβασα και της έδειξα και το δικό μου υπόγειο κελί, παραδόξως της άρεσε. Κάθε απόγευμα συνεχίσαμε να πίνουμε ήσυχα τον καφέ μας στον ακάλυπτο, ανάμεσα στα φυτά, τις γλάστρες και τα λουλούδια. Είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που εξαφανίστηκε το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι, το είχαμε σχεδόν ξεχάσει, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μας σαν φάντης μπαστούνι. Είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια όμορφη γατούλα. Σαν να μας αναγνώρισε, ήρθε κοντά μας και άρχισε να τρίβεται στα πόδια μας. Η καθαρίστρια το σήκωσε στην αγκαλιά της, κόλλησε το πρόσωπό της στη μούρη του και άρχισε να το χαϊδεύει.    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου